| ixor.gr |
| Close |
ΤΟΥΜΠΕΚΙ |
| Αργκό αποστροφή: σιωπή! ησυχία! Για να ψιλοκόψει κάποιος το τουμπεκί (σχεδόν σε κόκκους), έπρεπε να είναι συγκεντρωμένος. Με τη φράση εννοούμε να κάνει απόλυτη ησυχία, όπως αυτός που ψιλοκόβει το τουμπεκί. Τουρκ. tömbeki ψιλοκομμένα φύλλα καπνού για ναργιλέ ισπαν. tabacco = καπνός< tobac= φύλλα καπνού (Ινδιάνοι Taino της Καραϊβικής). Ειδικός καπνός για (ν)αργιλέ, που ήταν δημοφιλής στα καφενεία μέχρι τον μεσοπόλεμο. Το έκοβε ο ταμπής και το πιο ψιλοκομμένο τουμπεκί εθεωρείτο καλύτερης ποιότητας. Γενικά όσοι κάπνιζαν αργιλέ ήταν λιγομίλητοι, απολάμβαναν με τις ώρες σιωπηλά το τουμπεκί που σιγόκαιγε στον λουλά και δεν τους άρεσε η φασαρία ή η φλυαρία. Συχνά ο ταμπής πρόσθετε και μια δόση χασίς, με αποτέλεσμα μεγαλύτερη μακαριότητα. Αν κάποιος άρχιζε κουβέντα δίπλα στον καπνιστή, του ναργιλέ, ο τελευταίος του έλεγε: Κάνε τουμπεκί! (κάπνιζε και μη μιλάς). Οταν καπνίζει ο λουλάς, εσύ δεν πρέπει να μιλάς, κοίταξε τριγύρω οι μάγκες κάνουν όλοι τουμπεκί… ![]() |