| ixor.gr |
| Close |
![]() |
ΥΠΗΡΞΕ ΑΡΑΓΕ Ο ΙΗΣΟΥΣ;;;
|
| Υπήρξε άραγε ο Ιησούς; Αναζητώντας αποδείξεις έξω από τα Πατερικά Κείμενα Υπήρξε άραγε ο Ιησούς; 11·04·2015 03:28 75 σχόλια Έζησε πράγματι ανάμεσά μας ένας άντρας που αποκαλούνταν Ιησούς από τη Ναζαρέτ; Η συζήτηση για την ιστορικότητα του Ιησού ως υπαρκτού προσώπου έχει αποκτήσει κεντρική πια θέση στις βιβλικές σπουδές και δεν πρέπει να συγχέεται με τον θεϊκό Χριστό των πιστών, τον Ιησού-θεάνθρωπο της χριστιανοσύνης δηλαδή. Οι κοσμικοί μελετητές της ύπαρξης του Χριστού έχουν χωριστεί σε διάφορα στρατόπεδα και οι θεωρίες δίνουν και παίρνουν: από τον Ιησού τον σοφό μάγο και τον αποκαλυπτικό προφήτη μέχρι και τον Ιησού τον επαναστάτη, πολλά και διαφορετικά έχουν υποστηριχθεί κατά καιρούς για το ποιος ήταν ο μυστηριώδης άντρας από τη Ναζαρέτ. Οι ακαδημαϊκές αυτές απόψεις δέχονται ωστόσο εκ προοιμίου την ύπαρξη του Χριστού, την ίδια στιγμή που μεγάλη μερίδα ακαδημαϊκών ερευνητών απορρίπτει με σφοδρότητα την πιθανότητα να έζησε ο Ιησούς, θεωρώντας ότι η όλη συζήτηση προκαλεί «ακαδημαϊκή αμηχανία». Κι αυτό γιατί το πρόβλημα που συναντάμε όταν προσπαθούμε να μάθουμε περισσότερα για τον ιστορικό Ιησού είναι η πρόδηλη έλλειψη σύγχρονων πηγών. Οι παλιότερες αναφορές κάνουν ξεκάθαρα λόγο για τον μυθιστορηματικό Χριστό της Πίστης, αυτόν που περπατούσε στο νερό δηλαδή, κάτι που δεν μπορεί να δεχτεί η κοσμική ακαδημαϊκή κοινότητα. Οι πρώιμες αυτές πηγές, που συντάχθηκαν δεκαετίες μετά τα φερόμενα γεγονότα, πηγάζουν από πιστούς πρωτοχριστιανούς που θέλησαν να προωθήσουν το νέο δόγμα, κάτι που μας δίνει καλούς λόγους να αμφισβητούμε την αλήθεια των αναφορών τους. Οι συγγραφείς των Ευαγγελίων δεν ονομάζουν τους εαυτούς τους (τα Ευαγγέλια του Κανόνα ήταν ανώνυμα αρχικά και ταυτοποιήθηκαν αργότερα από την εκκλησία), δεν περιγράφουν τις δικές τους πηγές και δεν παρουσιάζουν ίχνος κριτικής για τα γεγονότα και τις αυθεντικές μαρτυρίες. Γεμάτα από μυθικές και σαφώς μη ιστορικές πληροφορίες, αλλά και παραχαραγμένα όσο δεν παίρνει στον χρόνο, τα Ευαγγέλια δεν μπορούν να αποτελέσουν ασφαλείς πηγές για την εξαγωγή επιστημονικών συμπερασμάτων για τα έργα και τις ημέρες του Ιησού. Διάφορες μέθοδοι έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς για να ανευρεθούν τα σπάνια ψήγματα αλήθειας που φωλιάζουν στα Ευαγγέλια, αν και δεν αποτελούν επιστημονικές αλήθειες με την πλήρη έννοια του όρου, καθώς τόσο η ανωνυμία των συγγραφέων όσο και η πρόδηλη πίστη τους συσκοτίζουν το τοπίο. Ακόμα και οι Επιστολές του Παύλου, που χρονολογούνται παλιότερα από τα Ευαγγέλια, δεν παρέχουν επαρκή πειστήρια για να δεχτούμε αδογμάτιστα ότι ο Ιησούς πράγματι υπήρξε. Αποφεύγοντας τα επίγεια γεγονότα και διδάγματα του Χριστού, ο απόστολος Παύλος αναφέρεται αποκλειστικά στη θεϊκή φύση του Ιησού και οι μόνες πηγές που παραθέτει είναι οι άμεσες αποκαλύψεις του από τον ίδιο τον Κύριο αλλά και οι έμμεσες αναφορές της Παλαιάς Διαθήκης. Στην πραγματικότητα, ο Παύλος αποκλείει τις ανθρώπινες πηγές (Επιστολή Προς Γαλάτες 1:11-12). Ταυτοχρόνως, δεν υπάρχουν αυτόπτες μάρτυρες ή αναφορές στον Ιησού από τους συγχρόνους του. Το μόνο που έχουμε σήμερα στα χέρια μας είναι κατοπινές περιγραφές της βιογραφίας του Ιησού από μη αυτόπτες μάρτυρες, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι προφανώς στρεβλωμένες από τον μανδύα της πίστης. Οι λιγοστές και διάσπαρτες εξω-βιβλικές και μη-χριστιανικές πηγές δεν ρίχνουν καθόλου φως στο μυστηριώδες γεγονός της ιστορικής σιωπής για τον Ιησού και είναι μόνο ο Φλάβιος Ιώσηπος και ο Τάκιτος που τον αναφέρουν στις δικές τους ιστορίες. Αλλά και αυτές ακόμα οι λιγοστές αναφορές παραμένουν αμφιλεγόμενες, όχι μόνο επειδή οι συγγραφείς τους γεννήθηκαν μετά τον θάνατο του Ιησού (οπότε οι μαρτυρίες τους είχαν ως πηγές χριστιανικές γραφές), αλλά και από το γεγονός ότι τα λόγια τους έχουν εμφανώς παραχαραχτεί (όπως θα δούμε παρακάτω). Και κάτι ακόμα: παραμένει αρκούντως αξιοπερίεργο ότι πέρασαν αιώνες μέχρι να αρχίσουν να παραθέτουν τις εξω-βιβλικές αυτές μαρτυρίες οι απολογητές της χριστιανοσύνης, παρά την πολεμική που δέχονταν πανταχόθεν. Ο αγνωστικισμός έχει επιστρατευτεί λοιπόν ως η καλύτερη απάντηση που έχουμε προς το παρόν στα χέρια μας για την ύπαρξη του ιστορικού Ιησού, καθώς το πράγμα παραμένει σταυρόλεξο για πολύ δυνατούς λύτες. Άλλη μια θεωρία που φαίνεται να κερδίζει έδαφος τα τελευταία χρόνια έχει να κάνει με την εκκοσμίκευση της θεϊκής φύσης του Χριστού: η πίστη στον Ιησού ξεκίνησε δηλαδή ως πίστη σε ένα απόλυτα θεϊκό και ουράνιο ον (το οποίο σκοτώθηκε από δαιμόνια στον επάνω κόσμο), το οποίο εξανθρωπίστηκε και ιστορικοποιήθηκε στο διάβα του χρόνου. Οι ερευνητές παραθέτουν εδώ τις Επιστολές του Παύλου, οι οποίες υποστηρίζουν ενθέρμως τη θεωρία του ουράνιου Ιησού όταν ισχυρίζονται ότι ο Χριστός θανατώθηκε από δαίμονες. Τι ισχυρίζεται όμως σήμερα το παραδοσιακό ρεύμα των βιβλικών σπουδών (και όχι οι θεολογικές σπουδές που δέχονται δογματικά και a priori την ύπαρξη του Ιησού); Πολύ λίγα πραγματικά, τουλάχιστον σε επίπεδο ουσίας! Μόλις δύο μελετητές έχουν αποπειραθεί να αποδείξουν το ιστορικό πλαίσιο της ζωής του Ιησού τα τελευταία χρόνια, αν και η άνευ όρων αποδοχή από μέρους τους της αλήθειας των ευαγγελικών αναφορών τούς έχει θέσει στο περιθώριο της επιστημονικής έρευνας. Κι αυτό γιατί πώς είναι δυνατόν να διακρίνουν την ακριβή ιστορική αναφορά από την πεφωτισμένη αλληγορία και τη διασκεδαστική μυθιστοριογραφία των ευαγγελικών κειμένων; Οι ακαδημαϊκοί μελετητές της Αγίας Γραφής κρατούν λοιπόν πολύ μικρό καλάθι για το θέμα που μας απασχολεί. Είναι τόσο πενιχρές οι υφιστάμενες πηγές που το ζήτημα της ιστορικότητας του Ιησού μπορεί να μη λυθεί ποτέ. Αυτό φυσικά εντός της επιστημονικής ιστοριογραφίας, γιατί οι βιβλικοί ιστορικοί και θεολόγοι μελετητές δεν είχαν ποτέ πρόβλημα να εφαρμόσουν μεθοδολογικά παρακινδυνευμένες πρακτικές (για να το θέσουμε κομψά) ώστε να αποδείξουν αυτό που γνώριζαν ήδη δογματικά: ο Ιησούς υπήρξε, το λένε οι μαθητές του και τέλος! Πριν περάσουμε στην ανάλυση των δύο σημαντικών εξω-βιβλικών αναφορών για τον Χριστό, αρκεί για την ώρα να σημειώσουμε ότι εντός ακαδημαϊκής κοινότητας υπάρχουν καλοί λόγοι να αμφισβητηθεί η ιστορική ύπαρξη του Χριστού. Πολλοί μάλιστα καταλήγουν τελεσίδικα ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο, να έζησε δηλαδή ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, δεν είναι καθόλου πιθανό… Η ακαδημαϊκή διερεύνηση σχετικά με την ιστορικότητα του Ιησού εμπίπτει σε τρεις κατηγορίες: τις κλασικές πηγές (ελληνικές και ρωμαϊκές), τις εβραϊκές και τις χριστιανικές. Η έρευνα έχει εν πολλοίς συμπεράνει ότι οι χριστιανικές αναφορές στον Ιησού είναι διαστρεβλωμένες γιατί είναι περιχαρακωμένες μέσα στο θεολογικό πλαίσιο του ταγμένου πιστού. Κι έτσι η αξιόπιστη μελέτη στρέφεται αναγκαστικά σε εξω-βιβλικές πηγές, τρίτες μαρτυρίες για την ύπαρξη του Ιησού δηλαδή που δεν συσκοτίζονται από το προκατειλημμένο βλέμμα του αφοσιωμένου μαθητή και του διωκόμενου πιστού… Η περίπτωση του Τάκιτου. Ο Γάιος (ή Πόμπλιος) Κορνήλιος Τάκιτος (55/56-118 περίπου μ.Χ.) ήταν ρωμαίος αξιωματούχος, ρήτορας, εθνογράφος και αναμφίβολα ο καλύτερος ιστορικός της αυτοκρατορίας. Το τελευταίο μεγάλο χρονογράφημά του, τα «Χρονικά» (Annals), που γράφτηκε περί το 116-117 μ.Χ., περιλαμβάνει και μια βιογραφία του Νέρωνα. Ήταν ακριβώς η πυρπόληση της Ρώμης από τον παράφρονα αυτοκράτορα και το γεγονός ότι προσπάθησε να ρίξει την ευθύνη στους χριστιανούς που κάνουν τον ιστορικό να τους μνημονεύσει, παρά το γεγονός ότι τους περιφρονούσε. Λέει ο Τάκιτος (σε ελεύθερη απόδοση): «Για να καταστείλει λοιπόν τις φήμες, ο Νέρων υπέδειξε ως ενόχους και τιμώρησε με τους πιο ασυνήθιστους τρόπους αυτούς που ο λαός μισούσε για τις ανομίες τους … και τους αποκαλούσε Χριστιανούς. Ο ιδρυτής του ονόματος, ο Χριστός, εκτελέστηκε κατά τη βασιλεία του Τιβέριου από τον έπαρχο Πόντιο Πιλάτο … Είχε κατασταλεί για ένα διάστημα, η θανάσιμη δεισιδαιμονία ανέτειλε όμως και πάλι όχι μόνο στην Ιουδαία, την πηγή αυτού του κακού, αλλά και στην πόλη [τη Ρώμη], εκεί που συγκεντρώνονται όλα τα φριχτά και ατιμωτικά πράγματα του κόσμου και γίνονται δημοφιλή»… Μιλώντας λοιπόν για τους χριστιανούς, ο Τάκιτος αναφέρεται στον ιδρυτή του θρησκεύματος, τον Ιησού (Christus στα λατινικά που γράφει), ο οποίος εκτελέστηκε κατά τη βασιλεία του Τιβέριου από τον πληρεξούσιό του Πόντιο Πιλάτο. Η λακωνική αναφορά του Τάκιτου στον «Christus» επιβεβαιώνει ξεκάθαρα τις αναφορές της Αγίας Γραφής σε συγκεκριμένες ιστορικές πληροφορίες για τον θάνατο του Ιησού. Ο ρωμαίος ιστορικός παρέχει μια σειρά από ακριβείς πληροφορίες για τον Χριστό: πρώτον, ο Ιησούς συνδέεται με την έναρξη του κινήματος των χριστιανών, το όνομα των οποίων έλκει την καταγωγή του από αυτόν, δεύτερον, εκτελέστηκε από τον ρωμαίο κυβερνήτη της Ιουδαίας και τρίτον, ο χρόνος της εκτέλεσής του ήταν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Πιλάτου στην Ιουδαία, επί βασιλείας Τιβέριου (αρκετοί μελετητές της Αγίας Γραφής τοποθετούν τη σταύρωση του Ιησού στο 29 μ.Χ., την ίδια ώρα που ο Πιλάτος κυβέρνησε την Ιουδαία μεταξύ 26-36 μ.Χ. και ο Τιβέριος κράτησε τον θρόνο της Ρώμης ανάμεσα στο 14-37 μ.Χ.). Ο Τάκιτος, κατά την κλασική ιστοριογραφική παράδοση της εποχής, δεν αναφέρει τις πηγές του, αν και αυτό δεν αναιρεί την εμπιστοσύνη στους ισχυρισμούς του. Οι ακαδημαϊκοί θεωρούν τον Τάκιτο ως τον πιο έγκυρο ρωμαίο ιστορικό και είναι σχεδόν απίθανο να γράφει πράγματα από το μυαλό του. Νωρίτερα στην καριέρα του εξάλλου ο Τάκιτος ήταν ανθύπατος της Ασίας και είχε δικάσει πολλούς πρωτοχριστιανούς, ήξερε λοιπόν καλά την ιστορία τους. Όπως και ο φίλος του εξάλλου ιστορικός Πλίνιος ο Νεότερος στα χρόνια που ήταν επαρχιακός διοικητής. Όλες οι πιθανότητες είναι λοιπόν με το μέρος του, να γνώριζε δηλαδή καλά τις πληροφορίες που αναφέρει ως αληθείς, μιας και δεν θα ήθελε να δεχτεί με ελαφρά τη καρδία στερεότυπα και προκαταλήψεις όταν ήταν να δικάσει χριστιανό για το αμάρτημα της πίστης του. Η περίπτωση του Τάκιτου Ο Γάιος (ή Πόμπλιος) Κορνήλιος Τάκιτος (55/56-118 περίπου μ.Χ.) ήταν ρωμαίος αξιωματούχος, ρήτορας, εθνογράφος και αναμφίβολα ο καλύτερος ιστορικός της αυτοκρατορίας. Το τελευταίο μεγάλο χρονογράφημά του, τα «Χρονικά» (Annals), που γράφτηκε περί το 116-117 μ.Χ., περιλαμβάνει και μια βιογραφία του Νέρωνα. Ήταν ακριβώς η πυρπόληση της Ρώμης από τον παράφρονα αυτοκράτορα και το γεγονός ότι προσπάθησε να ρίξει την ευθύνη στους χριστιανούς που κάνουν τον ιστορικό να τους μνημονεύσει, παρά το γεγονός ότι τους περιφρονούσε. Λέει ο Τάκιτος (σε ελεύθερη απόδοση): «Για να καταστείλει λοιπόν τις φήμες, ο Νέρων υπέδειξε ως ενόχους και τιμώρησε με τους πιο ασυνήθιστους τρόπους αυτούς που ο λαός μισούσε για τις ανομίες τους … και τους αποκαλούσε Χριστιανούς. Ο ιδρυτής του ονόματος, ο Χριστός, εκτελέστηκε κατά τη βασιλεία του Τιβέριου από τον έπαρχο Πόντιο Πιλάτο … Είχε κατασταλεί για ένα διάστημα, η θανάσιμη δεισιδαιμονία ανέτειλε όμως και πάλι όχι μόνο στην Ιουδαία, την πηγή αυτού του κακού, αλλά και στην πόλη [τη Ρώμη], εκεί που συγκεντρώνονται όλα τα φριχτά και ατιμωτικά πράγματα του κόσμου και γίνονται δημοφιλή»… Μιλώντας λοιπόν για τους χριστιανούς, ο Τάκιτος αναφέρεται στον ιδρυτή του θρησκεύματος, τον Ιησού (Christus στα λατινικά που γράφει), ο οποίος εκτελέστηκε κατά τη βασιλεία του Τιβέριου από τον πληρεξούσιό του Πόντιο Πιλάτο. Η λακωνική αναφορά του Τάκιτου στον «Christus» επιβεβαιώνει ξεκάθαρα τις αναφορές της Αγίας Γραφής σε συγκεκριμένες ιστορικές πληροφορίες για τον θάνατο του Ιησού. Ο ρωμαίος ιστορικός παρέχει μια σειρά από ακριβείς πληροφορίες για τον Χριστό: πρώτον, ο Ιησούς συνδέεται με την έναρξη του κινήματος των χριστιανών, το όνομα των οποίων έλκει την καταγωγή του από αυτόν, δεύτερον, εκτελέστηκε από τον ρωμαίο κυβερνήτη της Ιουδαίας και τρίτον, ο χρόνος της εκτέλεσής του ήταν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Πιλάτου στην Ιουδαία, επί βασιλείας Τιβέριου (αρκετοί μελετητές της Αγίας Γραφής τοποθετούν τη σταύρωση του Ιησού στο 29 μ.Χ., την ίδια ώρα που ο Πιλάτος κυβέρνησε την Ιουδαία μεταξύ 26-36 μ.Χ. και ο Τιβέριος κράτησε τον θρόνο της Ρώμης ανάμεσα στο 14-37 μ.Χ.). Ο Τάκιτος, κατά την κλασική ιστοριογραφική παράδοση της εποχής, δεν αναφέρει τις πηγές του, αν και αυτό δεν αναιρεί την εμπιστοσύνη στους ισχυρισμούς του. Οι ακαδημαϊκοί θεωρούν τον Τάκιτο ως τον πιο έγκυρο ρωμαίο ιστορικό και είναι σχεδόν απίθανο να γράφει πράγματα από το μυαλό του. Νωρίτερα στην καριέρα του εξάλλου ο Τάκιτος ήταν ανθύπατος της Ασίας και είχε δικάσει πολλούς πρωτοχριστιανούς, ήξερε λοιπόν καλά την ιστορία τους. Όπως και ο φίλος του εξάλλου ιστορικός Πλίνιος ο Νεότερος στα χρόνια που ήταν επαρχιακός διοικητής. Όλες οι πιθανότητες είναι λοιπόν με το μέρος του, να γνώριζε δηλαδή καλά τις πληροφορίες που αναφέρει ως αληθείς, μιας και δεν θα ήθελε να δεχτεί με ελαφρά τη καρδία στερεότυπα και προκαταλήψεις όταν ήταν να δικάσει χριστιανό για το αμάρτημα της πίστης του. Φλάβιος Ιώσηπος Η δεύτερη ανεξάρτητη πηγή που μιλά ευθέως για τον Ιησού ως υπαρκτό πρόσωπο προέρχεται από τον Φλάβιο Ιώσηπο (Γιοσέφ μπεν Μαθιά), γιο εβραίου ιερουργού που μεγάλωσε ως αριστοκράτης στη ρωμαιοκρατούμενη Ιουδαία του 1ου αιώνα μ.Χ. και κατέληξε να ζει στη Ρώμη υπό την αιγίδα τριών διαδοχικών αυτοκρατόρων. Κατά τις αρχικές λοιπόν στιγμές της πρώτης Ιουδαϊκής Επανάστασης κατά της Ρώμης (66-70 μ.Χ.), ο Ιώσηπος ήταν διοικητής της εξεγερμένης Γαλιλαίας, αν και σύντομα θα έπεφτε στα χέρια των Ρωμαίων. Τότε ήταν που προφήτευσε ότι ο κατακτητής της Ιουδαίας, ο Βεσπασιανός, θα γινόταν τελικά αυτοκράτορας της Ρώμης και όταν αυτό συνέβη, ο εντυπωσιασμένος από τη μόρφωση και την προφητεία του Βεσπασιανός τον απελευθέρωσε. Ο Ιώσηπος μετακόμισε λοιπόν στη Ρώμη και ζούσε πια κάτω από την εύνοια του αυτοκράτορα, όπου και συνέγραψε τα ιστορικά και απολογητικά συγγράμματά του, υιοθετώντας πια το λατινικό όνομά του Φλάβιος Ιώσηπος, κάτι που τον έκανε να μοιάζει με προδότη στα μάτια των ομόθρησκών του στην Ιουδαία. Ο ίδιος παρέμεινε ωστόσο ταγμένος ιουδαίος, κάτι που ανασυγκροτείται τόσο από την εικόνα του όσο και τα γραπτά του, αν και η σύνταξή του στο πλευρό των ρωμαίων κατακτητών, των χειρότερων εχθρών των εβραίων της Ιουδαίας, δεν τον έκανε ακριβώς δημοφιλή στη γενέτειρά του. Στα δύο μεγάλα χρονογραφήματά του, τον «Ιουδαϊκό Πόλεμο» και την «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία», αμφότερα γραμμένα στα ελληνικά, ο Ιώσηπος αναφέρεται σποραδικά στον Ιησού, αν και πλέον οι ιστορικοί συμφωνούν ότι οι αναφορές στον «Ιουδαϊκό Πόλεμο» είναι μεταγενέστερες παρεμβολές από άλλους, γενικευμένη πρακτική των χριστιανών θεολόγων κατά τους επόμενους αιώνες. Οι μαρτυρίες για τον Ιησού όμως στην «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» θεωρούνται αυθεντικές. Η πιο σύντομη από τις δύο αυτές αναφορές (στον εικοστό τόμο του έργου) είναι σχεδόν συμπτωματική, καθώς ο ιστορικός κάνει λόγο για τον αδελφό του Ιησού, τον Ιάκωβο, θρησκευτικό ηγέτη του ναού της Ιερουσαλήμ: «Ο Άνανος […] κάλεσε το δικαστήριο και έφερε ενώπιόν του τον αδελφό τού Ιησού, που λεγόταν Χριστός, και του οποίου το όνομα ήταν Ιάκωβος, και μερικούς άλλους». Ήταν κατά την προσωρινή απουσία του ρωμαίου κυβερνήτη το 62 μ.Χ. που ο αρχιερέας Άνανος υποκίνησε την εκτέλεση του Ιάκωβου με λιθοβολισμό, την οποία μνημονεύει ο Ιώσηπος. Ο ιστορικός αποκαλεί τον αδερφό του Ιάκωβου «Ιησού, τον οποίο αποκαλούν Χριστό». Το όνομα του Ιησού ήταν ωστόσο πολύ κοινό στην Ιουδαία της εποχής (Ιεσούα), ο Ιώσηπος αναφέρει τουλάχιστον άλλους δώδεκα άντρες με το ίδιο όνομα, γι’ αυτό και είναι αναγκασμένος να του αποδώσει πρόσθετους χαρακτηρισμούς ώστε να γίνει σαφές σε ποιον αναφέρεται. Ο Ιώσηπος διευκρινίζει λοιπόν για ποιον Ιησού κάνει λόγο προσθέτοντας τη φράση «αυτόν που αποκαλούν Χριστό» (είναι γραμμένο στα ελληνικά όπως είπαμε το κείμενο). Υπήρξε άραγε ο Ιησούς; Αναζητώντας αποδείξεις έξω από τα Πατερικά Κείμενα Υπήρξε άραγε ο Ιησούς; 11·04·2015 03:28 75 Γιάννης Τσιάνακας |
| Close |