| ixor.gr |
| Close |
ΒΡΎΓΕΣ, ΔΩΡΙΕΊΣ, ΗΠΕΙΡΏΤΕΣ, ΜΑΚΕΔΌΝΕΣ, ΙΛΛΥΡΙΟΊ :ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΤΩΝ ΑΡΒΑΝΙΤΏΝ ΤΗΣ ΕΛΛΆΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΤΑΛΊΑΣ |
| ΒΡΎΓΕΣ : Οι Βρύγες ήταν πολυάριθμος λαός από τη Θράκη που ζούσε
στα αρχαία Βαλκάνια. Η κοιτίδα πιστεύεται πως ήταν η χώρα των
Κικόνων (τα παράλια μεταξύ Έβρου και Νέστου) και η περιοχή γύρω από
τις Βρυγηΐδες λίμνες (μικρή και μεγάλη Πρέσπα). Στη συνέχεια, περί
το 700 π.Χ. οι Βρύγες εγκαταστάθηκαν στα βόρεια εδάφη της Ηπείρου,
όπου και μνημονεύονται ως Ιλλυρική φυλή. Από εκεί και με αφετηρία την περιοχή γύρω από την Επίδαμνο (το σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας) απλώθηκαν στην Ιλλυρία κοντά στη Λυχνίτιδα λίμνη, τη σημερινή Αχρίδα, όπως διασώζει ο Σκύμνος ο Χίος, στην Αδριατική θάλασσα, όπου συναντώνται οι Βρυγηΐδες νήσοι, καθώς και στους ομοφύλους τους Παίονες, στις όχθες του Εριγώνα ποταμού. Οι ιστορικοί όπως ο Νίκολας Χάμοντ και ο Γιουτζίν Ν. Μπόρζα αναφέρουν ότι στη μετέπειτα Εποχή του Χαλκού οι απόγονοι τους μετανάστευσαν στη Μικρά Ασία και άλλαξαν το όνομα τους από "Φρύγες" σε "Βρύγες". O Ηρόδοτος ήταν ο ιστορικός που αναφέρει πρώτος ότι οι Βρύγες ήταν οι Μακεδόνες που μετανάστευσαν πρώτοι στην Ανατολή (1200 π.Χ. - 800 π.Χ.) και άλλαξαν το όνομα τους σε Φρύγες. Όταν έπεσαν οι Χετταίοι δημιουργήθηκε κενό στην Ασία, στην περιοχή εγκαταστάθηκαν οι Βρύγες που ζούσαν στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας, της βορείας Ηπείρου και της Μυγδονίας που βρισκόταν δυτικά του Αξιού και κατακτήθηκε από το αρχαίο Μακεδονικό βασίλειο τον 5ο αιώνα π.Χ. Οι Βρύγες ζούσαν ειρηνικά με τους υπόλοιπους κατοίκους της Μακεδονίας αλλά ο Ευγάμμονας ο Κυρηναίος στο έργο του Τηλεγόνεια έγραψε ότι ο Οδυσσέας οδήγησε τους Ηπειρώτες Θεσπρωτούς εναντίον των Βρυγών. Πολλοί Βρύγες παρέμειναν ακόμα και μετά τη μετανάστευση στην Ανατολή στη βόρεια Πελαγονία και γύρω από την περιοχή που οικοδομήθηκε η μετέπειτα Επίδαμνος (Δυρράχιο). Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι πολλοί Βρύγες της Θράκης αντιστάθηκαν σκληρά στον Μαρδόνιο και τον τραυμάτισαν, αυτός ωστόσο αργότερα τους υπέταξε και μπόρεσε να συνεχίσει τον δρόμο του προς την νότια Ελλάδα. Η φρυγική είναι αναμφίβολα η περισσότερο γνωστή παλαιοβαλκανική γλώσσα. Εντάσσεται στις παλαιοβαλκανικές γλώσσες διότι στην αρχαιότητα ήταν γνωστό ότι οι Φρύγες είχαν μεταναστεύσει στην Μικρά Ασία από τα Βαλκάνια λίγο μετά τα Τρωικά. Όσο περισσότερο την κατανοούσαν οι γλωσσολόγοι τόσο πιο πολύ συνειδητοποιούσαν τις ομοιότητες που έχει με την ελληνική. Σήμερα, οι περισσότεροι γλωσσολόγοι μιλάνε για Ελληνο-Φρυγικό κλάδο της ΙΕ οικογένειας, δηλαδή πιστεύουν ότι η Ελληνική και Φρυγική γλώσσα κατάγονται από κοινό γλωσσικό πρόγονο που μιλιόταν στα Βαλκάνια κατά την περίοδο 2500-2000 π.Χ. Ο Ελληνο-Φρυγικός κλάδος με τη σειρά του μαζί με τον Αρμενικό και τον Ινδο-Ιρανικό («Άριο») σχηματίζουν τον λεγόμενο Ελληνο-Άριο. Ο Ηρόδοτος πίστευε ότι η Φρυγική ήταν η αρχαιότερη γλώσσα του κόσμου. Για να «δικαιολογήσει» αυτήν του την πεποίθηση εφηύρε μια ιστορία με ένα «πείραμα» που έκανε ο Αιγύπτιος Φαραώ Ψαμμήτιχος Α΄ θέλοντας να εξακριβώσει ποια είναι η αρχαιότερη γλώσσα. Απομόνωσε δυο νεογέννητα και περίμενε ν΄ακούσει ποια θα είναι η γλώσσα που θα χρησιμοποιούσαν όταν θα πρωτομιλούσαν. Τα παιδιά είπαν «βέκος» που ήταν φρυγιστί το ψωμί και τότε ο φαραώ κατάλαβε ότι η Φρυγική είναι η παλαιότερη γλώσσα του κόσμου. ΔΩΡΙΕΊΣ : Οι Δωριείς ήταν ελληνικό φύλο, ένα από τα τέσσερα της αρχαιότητας, το οποίο καταγόταν σύμφωνα με τις γραπτές παραδόσεις από την οροσειρά της Πίνδου. Κατά την παλαιά παραδοσιακή θεωρία και κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι Δωριείς κατέβηκαν στη νότια Ελλάδα περίπου τον 12ο π.Χ. αιώνα και κατέλυσαν τον Μυκηναϊκό πολιτισμό. Αυτή η εσωτερική μετανάστευση των Δωριέων αποτέλεσε τμήμα της γενικότερης προσπάθειας των δυτικών φυλετικών ομάδων να κατακτήσουν νέες περιοχές. Οι ακριβείς συνθήκες της μετακίνησής τους προς νότον παραμένουν άγνωστες. Οι Δωριείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τους τόπους εγκατάστασής τους, καθώς είτε δέχτηκαν την πίεση άλλων φυλετικών ομάδων, είτε οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι δεν επαρκούσαν. Οι Δωριείς ήταν ένα ελληνικό ποιμενικό και πρωτόγονο σχετικά φύλο. Πολιτιστικά κατώτεροι των Αχαιών αλλά στρατιωτικά ισχυρότεροι επιβλήθηκαν στα 2/3 της Πελοποννήσου. Εκπληκτικό είναι το γεγονός της πλήρους επικράτησης του δωρικού γλωσσικού ιδιώματος σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, παρ' όλη τη μακρά πολιτιστική πορεία του τόπου αυτού. Κατά το δεύτερο ελληνικό αποικισμό, μαζί με τις άλλες ελληνικές δυνάμεις, οι Δωριείς δημιούργησαν αποικίες στη Μεγάλη Ελλάδα, δηλαδή τη νότια Ιταλία και Σικελία, όπως τις Συρακούσες, στα παράλια του Ιονίου πελάγους, της Αδριατικής Θάλασσας καθώς και στα στενά του Βοσπόρου. Δύο ακόμη γεωγραφικές και πολιτιστικές ενότητες συνδέονται με τους Δωριείς. Πρόκειται για την Ήπειρο και τη Μακεδονία. Η Ήπειρος έμεινε στην αφάνεια μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους. Κατοικήθηκε από δωρικά φύλα, που δεν είχαν εξελιχθεί πολιτιστικά και δεν ακολούθησαν την ανάπτυξη των άλλων πόλεων της νότιας Ελλάδας, σημαντικότερα από τα οποία ήταν οι Μολοσσοί και οι Θεσπρωτοί. Το έντονο ορεινό ανάγλυφο της Ηπείρου επέδρασε καθοριστικά στη γλώσσα και τις συνήθειες των Ηπειρωτών. Το ιδίωμα όμως της αρχαίας Ηπείρου φαίνεται να ήταν το δωρικό. Παρ' όλα αυτά θα πρέπει να τονιστεί ότι η σύνδεση μεταξύ Δωριέων και Μακεδνών αναφέρεται κυρίως στη φυλετική τους σχέση και λιγότερο στη γλωσσική, αφού η μακρόχρονη γεωγραφική απομόνωση της Μακεδονίας αποτέλεσε τροχοπέδη για τη γλωσσική εξέλιξη της Μακεδονικής διαλέκτου. Οι Δωριείς ήταν πολεμοχαρείς και πειθαρχημένοι, μία φυλή καθαρά στρατιωτική. Αυτό αντανακλάται και στην αρχιτεκτονική τους. Ο δωρικός ρυθμός διακρίνεται για τη λιτότητα και την αυστηρότητά του. Ο ρυθμός άκμασε κυρίως στα μεγάλα δωρικά κέντρα της Πελοποννήσου, όπως ήταν η Κόρινθος και το Άργος. Οι Δωριείς εισέβαλαν στην Πελοπόννησο διάμεσω της Ηπείρου και της Μακεδονίας στο τέλος της 2ης χιλιετίας π.χ. (περίπου 1.100 με 1.000 π.χ.),όμως οι λόγοι αυτής της μετακίνησης δεν έχουν διασαφηνιστεί. Ενώ πολλοί κάτοικοι της περιοχής μετανάστευσαν προς νότο,εκείνη την εποχή εμφανίστηκαν στην Ήπειρο οι τρεις βασικές φυλές της (σύμφωνα και με τους ιδρυτικούς μύθους των φυλών αυτών).Τα φύλλα αυτά ήταν οι Χάονες στα βορειοδυτικά (σημερινή Αλβανία), οι Μολοσσοί στο κέντρο (Ιωάννινα και Άρτα) και οι Θεσπρωτοί στο νότο (Θεσπρωτία και Πρέβεζα). Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα που διαμορφώθηκαν στα πρότυπα της πόλης-κράτους, όπως η Αθήνα, η Σπάρτη και η Κόρινθος,οι Ηπειρώτες ζούσαν σε μικρά χωριά. Η περιοχή βρίσκονταν στο άκρο του ελληνικού κόσμου και συχνά οι ηπειρώτικες φυλές είχαν να αντιμετωπίσουν εισβολείς από τον βορρά. Η περιοχή πάντως ήταν ιδιαίτερης θρησκευτικής σημασίας για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, λόγω της παρουσίας του Μαντείου του Δία της Δωδώνης. ΙΛΛΥΡΙΟΊ: Ομάδα φύλων του δυτικού τμήματος της χερσονήσου του Αίμου. Η ονομασία τους αυτή, με την οποία έγιναν γνωστοί στις αρχαιοελληνικές πηγές, φαίνεται ότι προήλθε αρχικά από ένα μικρό φύλο της Ιλλυρίδος (*), δηλ. της περιοχής της σημερινής κεντρικής Αλβανίας, με το οποίο ήλθαν σε επαφή για πρώτη φορά οι Έλληνες και στην συνέχεια η χρήση του διαδόθηκε και περιέλαβε όλα τα «ιλλυρικά» φύλα. Οι πρόγονοι των Ιλλυριών υποστηρίζεται ότι προήλθαν από την συγχώνευση των ιθαγενών Νεολιθικών Πελασγών κατοίκων των Βαλκανίων με τους Διναρικους εισβολείς από τις Ρωσο-ουκρανικές στέπες, η οποία σημειώθηκε στην διάρκεια της Χαλκολιθικής Εποχής (4η χιλιετία π.Χ.), κυρίως στις περιοχές της κεντρικής και ανατολικής χερσονήσου του Αίμου. Στο δυτικό τμήμα θα διεισδύσουν αργότερα, με αποτέλεσμα η περιοχή να εμφανίζει καθυστέρηση και η Εποχή του Ορειχάλκου να αρχίσει μόλις το 2.100/2.000 π.Χ. Η φάση πάντως του σχηματισμού των λεγομένων Πρωτο-Ιλλυριών καλύπτει ολόκληρη την Εποχή του Ορειχάλκου (Bronze Age, 2.100/2.000 – 1100 π.Χ.), ενώ στην διάρκεια των πρώτων αιώνων της Εποχής του Σιδήρου (1.100 – 700 π.Χ.), έχουμε την διαμόρφωση των Πρώϊμων Ιλλυριών. Από το 700 π.Χ. και μετά αναφερόμαστε πλέον στα ήδη σχηματισμένα φύλα των Ιλλυριών που αναφέρονται στους αρχαίους Έλληνες και Ρωμαίους συγγραφείς. Θα πρέπει πάντως να τονίσουμε, ότι οι συστηματικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών, που συγκέντρωσαν έναν τεράστιο όγκο αρχαιολογικού και γλωσσολογικού υλικού, απέδειξαν ότι οι Ιλλυριοί δεν απετέλεσαν ποτέ μια ομοιογενή εθνική και φυλετική οντότητα. Η ανομοιογένεια αυτή ερμηνεύεται όχι μόνον από την ανάμειξη των ιθαγενών Νεολιθικών Πελασγικών πληθυσμών με τους νομάδες της Ρωσικής στέπας εισβολείς όπως προαναφέραμε, αλλά και από την είσοδο κεντροευρωπαϊκών λαών των λεγομένων «πολιτισμών των Τεφροδόχων» στις κεντρικές και δυτικές περιοχές της χερσονήσου του Αίμου. Η είσοδος αυτών των λαών έγινε σε δύο κύματα: Το πρώτο σημειώθηκε γύρω στο 1200 π.Χ. και ταυτίζεται με την μεγάλη «Φρυγική μετανάστευση», ενώ το δεύτερο πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 12ου αιώνα και στην διάρκεια του 11ου αιώνα π.Χ. Αυτό το δεύτερο κύμα είχε αξιοσημείωτη επίδραση ειδικά στις δυτικές περιοχές, όχι μόνον στα υλικά στοιχεία των τοπικών πολιτισμών, αλλά κυρίως στο ότι προκάλεσε νέες μετακινήσεις λαών από τα ανατολικά παράλια της Αδριατικής προς την ιταλική χερσόνησο και ειδικότερα το νοτιοανατολικό της άκρο (αρχ. Ιαπυγία ή Καλαβρία, σημερινή Απουλία). Οι λαοί που εγκαταστάθηκαν στις ιταλικές ακτές της Αδριατικής ήσαν οι Ιάπυγες, οι Μεσσάπιοι και οι Χώνες. Για τους τελευταίους, πιστεύεται ότι σχετίζονται με το Δυτικό (Ηπειρωτικό) ελληνικό φύλο των Χαόνων. Τα νότια όρια εξάπλωσης των ιλλυρικών φύλων τοποθετούνται στην κοιλάδα του ποταμού Αώου, στην σημερινή νότια Αλβανία, ενώ ορισμένοι τα τοποθετούν βορειότερα, στην κοιλάδα του ποταμού Γενούσου (σημερ. Shkumbi). Οι Ταυλάντιοι, αποτελούσαν μια ομάδα ιλλυρικών φύλων, που κατά καιρούς κυριαρχούσε στο μεγαλύτερο μέρος της παραλιακής πεδιάδας μεταξύ των ποταμών Αώου στα νότια και Δρίλωνος (σημερ. Drin) στον βορρά. Η παράδοση για την ίδρυση (γύρω στο 627 π.Χ.) της Επιδάμνου (αποικία των Κερκυραίων, σημερινό Δυρράχιο της Αλβανίας), την οποία κατέγραψε επίσης ο Αππιανός, αναφέρει τους Βρίγες ως τους παλαιοτέρους κατοίκους της περιοχής, που τους διαδέχθηκαν αργότερα οι Ταυλάντιοι, με τους οποίους, όπως σαφώς συμπεραίνεται, οι Βρίγες δεν είχαν καμιά σχέση ή συγγένεια. Οι Ιλλυριοί επιδίδονταν κυρίως στην κτηνοτροφία (αιγοπρόβατα, χοίροι), το κυνήγι, το ψάρεμα και λιγότερο στη γεωργία. Καλλιεργούσαν ήμερο σιτάρι, βρώμη, κεχρί, και όσπρια. Μάλλον δεν γνώριζαν την καλλιέργεια του αμπελιού και της ελιάς. Αξιοποίησαν φυτά αρωματικά για φαρμακευτικούς λόγους (π.χ. ιλλυρική ίριδα). Υπάρχουν αναφορές για τέλεση ανθρωποθυσιών πριν τη μάχη με τον Μέγα Αλέξανδρο το 335 π.Χ. Οι Ιλλυριοί υιοθετούν την άποψη πως η μαγεία και η βασκανία ασκούν επίδραση στους ανθρώπους. Δεν είχαν συγκροτημένη κοσμογονική θεωρία. Συχνά ετυμολογείται η ονομασία του λαού των Ιλλυριών από κάποια λέξη με τη σημασία ερπετό -κάτι που δείχνει την κεντρική σημασία που είχε στο κοσμοείδωλο των Ιλλυριών το ερπετό. Το φίδι κυριαρχεί στις απεικονίσεις σημαίνοντας γονιμότητα, δύναμη κι αργότερα, με τη διάδοση του Χριστιανισμού, γίνεται σύμβολο αντίδρασης προς αυτόν. Δεν υπάρχει μια μοναδική ή κυρίαρχη θεότητα και οι θεότητές τους είχαν μάλλον τοπικό χαρακτήρα. Ο Διναρικός τύπος παρουσιάζει αρκετή εξάπλωση στην Ευρώπη. Γεωγραφικός πυρήνας του είναι τα Βαλκάνια, όμως έχει διαδοθεί γενικότερα στην κεντρική Ευρώπη, όπως σε νότια Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Τσεχία, Ρουμανία, Ουκρανία κτλ. ενώ ίχνη του εντοπίζονται ακόμη και στη βόρεια, δυτική και ανατολική Ευρώπη. Κατά τον Günther το βλέμμα τους δείχνει δύναμη και αυτοπεποίθηση, γεγονός που προφανώς δεν προκύπτει από τη μορφή του βλέμματος, αλλά από τη σύνδεση που κάνουμε όλοι ασυνείδητα στο μυαλό μας μεταξύ αυτής της μορφής και συγκεκριμένου χαρακτήρα. Τους αναγνωρίζει τραχύτητα και ευθύτητα, όπως επίσης ηρωισμό και σκληρότητα. Ο Διναρικός τύπος χαρακτηρίζεται από ενεργητικότητα, σκληρότητα και εργατικότητα. Εκνευρίζεται πολύ εύκολα και μνησίκακα. Έχει ικανότητα για επιφανειακή μάθηση και όχι για σύλληψη βαθύτερων εννοιών. Απουσιάζει πλήρως το οργανωτικό πνεύμα και η εθνική συνείδηση, με αποτέλεσμα οι κοινωνίες να μην έχουν συνεκτικούς δεσμούς και να είναι υπό διάλυση. Όταν πειστεί για κάτι προσκολλάται σε αυτό και γίνεται ισχυρογνώμων. Είναι ατίθασος, διαθέτει μεγάλες αντοχές, είναι ενεργητικός και σκληρός. Όλα αυτά τα στοιχεία τον καθιστούν γενναίο πολεμιστή και ιδιαίτερα αντάρτη, αν και οι επιφανειακές του γνώσεις δεν τον καθιστούν κατάλληλο για ηγεσία. Είναι σε υπερβολικό βαθμό υλιστής και για το χρήμα μπορεί να εργαστεί σκληρά, να οδηγηθεί σε μετανάστευση ή στην πιο μακρινή περιπέτεια. Η απουσία έμφυτης αγάπης για την πατρίδα και όχι μόνο για το σπίτι του, τον κάνουν να αποκτά δύσκολα εθνική συνείδηση. Η σκληρότητα και η βαρύτητα του τρόπου έκφρασης απορρίπτουν κάθε έννοια πάθους και συναισθηματισμού. Εντυπωσιάζεται από τη δύναμη και το μεγαλείο και συντάσσεται υπό τις γραμμές του αντίστοιχου ηγέτη με γενναιότητα αλλά χωρίς καμία υποτακτικότητα. Αγαπάει τη φύση και συχνά αποτελεί αγροτικό και ορεινό πληθυσμό, που ασχολείται με την κτηνοτροφία ή τη γεωργία. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των Διναρικών είναι η μύτη τους. Λεπτόρρινη, μακριά και κυρτή τις περισσότερες φορές. Οι Διναρικοί είναι συνήθως λεπτοπρόσωποι. Το κεφάλι είναι κοντό, ψηλό και πλατύ, εμφανίζοντας μεγάλο μέτωπο. Ως προς τα σωματικά γνωρίσματα, οι Διναρικοί περιγράφονται ως ψηλοί, βραχυκέφαλοι και με σκούρα μαλλιά. Η ΑΡΧΑΊΑ ΜΕΓΑΛΗ ΜΕΤΑΝΆΣΤΕΥΣΗ ΤΩΝ ΛΑΏΝ Μετά τον Τρωικό πόλεµο συνεχίστηκαν οι µετακινήσεις πληθυσµών και οι εισβολές στην Ελλάδα, η οποία δεν έµεινε ήσυχη και δεν µπόρεσε να προκόψει.......Εξήντα χρόνια µετά την εκστρατεία των Αχαιών στην Τροία, οι Θεσσαλοί έδιωξαν από την περιοχή τους Βοιωτούς που πήγαν και εγκαταστάθηκαν στη γη του Κάδµου, που σήµερα λέγεται Βοιωτία. Oγδόντα χρόνια µετά τα Τρωικά, οι ∆ωριείς µε αρχηγούς τους Ηρακλείδες* κυρίευσαν την Πελοπόννησο. Μόνο µετά από πολλά χρόνια ηρέµησε εντελώς η Ελλάδα, γιατί σταµάτησαν οι µετακινήσεις πληθυσµών. *οι Ηρακλείδες: οι απόγονοι του Ηρακλή. Θουκυδίδης, βιβλίο Α, κεφ. 12 (διασκευή) Η χώρα που σήµερα ονοµάζεται Ελλάδα πολύ παλιά δεν είχε µόνιµους κατοίκους. Oι µετακινήσεις τότε ήταν συχνές. Oι κάτοικοι πιέζονταν από άλλα νεότερα φύλα και έφευγαν εύκολα από τις περιοχές που έµεναν. Τότε δεν υπήρχε εµπόριο ούτε ασφάλεια στη στεριά και τη θάλασσα. Oι άνθρωποι δεν καλλιεργούσαν µεγάλα χωράφια. ∆ε µάζευαν χρήµατα ούτε φύτευαν δέντρα, γιατί δεν είχαν τείχη για να τους προστατεύουν. Πάντα υπήρχε ο φόβος µήπως παρουσιαστεί κάποιος και τους τα αρπάξει. Εξασφάλιζαν µόνο τις καθηµερινές τους ανάγκες και µετακινούνταν µε µεγάλη ευκολία. Oι µετακινήσεις ήταν πιο συχνές στα εύφορα µέρη, όπως η Θεσσαλία, η Βοιωτία και οι περισσότερες περιοχές της Πελοποννήσου, εκτός από την Αρκαδία. Θουκυδίδης, βιβλίο Α, κεφ.2 (διασκευή) |
![]() |