| ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
| Close |
| ΜΑΚΑΡΙΑ: Η Λέσβος κι η πνευματική της άνοιξη |
Νίκος Αθανασιάδης |
Περνώντας απ' τον Μυριβήλη και τον Βενέζη στον πολύ λιγότερο γνωστό απ' αυτούς Νίκο Αθανα> σιάδη, θα 'θελα να σημειώσω ευθύς εξαρχής ότι ο συγγραφέας τούτος δεν είναι διόλου λιγότερο άξι ος απ’ τους προηγούμενους. Και ιδού πώς εκτιμήθηκε: "Ο Αθανασιάδης, με το έργο του, μας αποκάλυψε έναν κόσμο ρεαλιστικό και πεζό μαζί, με δύ ναμη και ομορφιά ασυνήθιστες, έτσι ώστε να μπο-ρούμε να πούμε ότι είναι απ' τους πιο προικισμέ νους συγγραφείς της εποχής μας". "Πρόκειται για το έργο ενός οραματιστή, ε-νός μεγάλου συγγραφέα, που είναι μαζί φιλόσοφος, ποιητής, νουβελλίστας, και δραματικός". "Απ' τα βιβλία του εκπέμπεται δύναμη σαν πνοή ρωμαλέα, δύναμη που μετακινεί βουνά, δύνα μη ελπίδας". Αυτά τα μεγάλα λόγια είναι ένα ελάχιστο απάνθισμα από πλήθος κριτικές που γράφτηκαν στον ημερήσιο και περιοδικό ευρωπαϊκό λογοτεχνικό τύπο, απ "αφορμή τη μετάφραση και κυκλοφορία στη ξένη των βιβλίων του: "Πέρ' απ' το ανθρώπινο", και το "Γυμνό κορίτσι". Και βέβαια τα λόγια αυτά δεν είναι τα μόνα. Γιατί και η ελληνική κριτική, στο σύνολο της σχεδόν τον είδε με το ίδιο περίπου μάτι. Ιδού μερικές γνώμες: "Ο Νίκος Αθανασιάδης είναι ο ρωμαλέος δημιουργός μιας σειράς μεγάλων μυθιστορημάτων, που τα κάνει να ξεχωρίζουν ο ογκώδης δυναμισμός τους, ο πληθωρισμός της έκφρασης, και το βάθος ενός πολύκλωνου σύγχρονου προβληματισμού", γράφει βαθυστόχαστα ο αξέχαστος κριτικός της λογοτεχνί-ας μας Αντρέας Καραντώνης. "Ο συγγραφέας μας είναι ένα αναμφισβήτητο ταλέντο κλασσικού μυθιστοριογράφου της ρεαλιστικής σχολής", προσθέτει ο κριτικός και ακαδημαϊκός, καθηγητής Απόστολος Σαχίνης. Κι ολοκληρώνει χωρίς ενδοιασμούς ο ποιητής και ακαδημαϊκός Τάκης Παπατσώνης σε σχετική εισήγηση του στην Ακαδημία Αθηνών: "Χωρίς αμφισβήτηση, ο Νίκος Αθανασιάδης ανήκει στην ευά ριθμη πλειάδα των άριστων πεζογράφων του αιώνα μας, άριστος όχι μόνο μεταξύ των αρίστων της Ελλάδας, αλλά κι εφάμιλλος των μεγάλων ξένων σύγχρονων πεζογράφων". Αυτή η ταυτότητα απόψεων ξένων και δικών μας ειδικών ως προς τη μεγαλοσύνη του συγγραφέ α μας, ενώ απ' τη μια μας γεμίζει με θαυμασμό και καμάρι για το έργο του, απ' την άλλη μας γεννά την απορία πώς ένα ταλέντο τέτοιας ολκής και τέτοιου μεγέθους έμεινε σχεδόν έξω απ' τις θορυβώδικες παράτες και τις ανάλογες τυμπανοκρουσίες, που στις μέρες μας βλέπουμε να συνοδεύουν την εμφάνι ση ή το πέρασμα μιας στιγμής απ' το προσκήνιο της πνευματικής μας ζωής ακόμα κι ανώνυμων αστε ρίσκων; Η απάντηση είναι απλή: ο ίδιος ο Αθανασιάδης δεν επιδίωξε παρόμοια προβολή. Προτίμησε απ' το πολύβουο παζάρι του δρόμου με τους μασκαρεμένους φανφαρονισμούς, τη μοναξιά του εργαστη ρίου, όπου, συντροφιά με τη συνείδηση του, θέλησε να χτίσει υπεύθυνα το έργο του, σαν άνθρωπος που συναισθάνεται το χρέος του απέναντι στους συνανθρώπους του. Και είναι αναντίρρητο ότι το ψάξιμο της μοίρας και της ζωής των ομοίων μας, που θα βοηθήσει να ειπωθεί, ο καίριος λόγος για τα δισεκατομμύρια τυραννισμένα πλάσματα του πλανήτη μας και για το θλιβερό τους προνόμιο να βιώ νουν ανελέητα μια ιστορία χωρίς διεξόδους, υφασμένη, ωστόσο, απ' τις ίδιες τις ατομικές ιστορίες του καθενός μας, αυτό το ψάξιμο, αυτή η αναζήτηση δε συντελείται μέσα στη βουή και τους ναρκισσι σμούς των κοινωνικών επιδείξεων και των φαντασμαγοριών. Γι' αυτό ο Αθανασιάδης, παρ' όλο τον όγκο και την εκπληκτική ποιότητα του έργου του, του αναγνωρισμένου από παντού, κράτησε τ' όνομά του έξω απ' την τύρβη των καθημερινών πανηγυριών, έτσι ώστε το μεγάλο αναγνωστικό κοινό, κι ι διαίτερα το σημερινό, να μην έχει, ή να έχει ελάχιστα επικοινωνήσει με τα βιβλία του. Το ερώτημα ε δώ είναι μήπως υπάρχουν και κάποιες συγκεκριμένες αιτίες για μια τέτοια στάση απ’ το συγγραφέ α; Θα επιχειρήσω μια προσέγγιση του προβλήματος από πολλές γωνίες, και ελπίζω τα συμπερά σματα να βγουν μόνα τους. Γράφοντας στα προηγούμενα για τη Λεσβιακή Άνοιξη, που η πνευματική της διάσταση γέμισε το χώρο των ελληνικών γραμμάτων απ' την αρχή του αιώνα μας ως τα σήμερα με τα μεγάλα της ονόματα -Μυριβήλης, Βενέζης, Πρωτοπάτσης, Λεφκίας, Παπανικόλας, Πανσέληνος, Βαλέτας, και άλλοι, πολλοί άλλοι -δεν ανέφερα ιδιαίτερα το Νίκο Αθανασιάδη, ή μάλλον δεν τον ανέφερα σαν δρών στοιχείο της. 'Οχι γιατί δεν ήταν παιδί της. Αλλά γιατί την εποχή που άνθιζε αυτή η άνοιξη, κι άπλωνε με τόλμη κι αποφασιστικότητα τα κλωνιά της στο λεσβιακό περιβάλλον, με εκδηλώσεις που υπογράμμιζαν έντονα την παρουσία της στη ζωή του νησιού διαλέξεις, θεατρικές παραστάσεις, μούσικοφιλολογικές βρα διές, εκδόσεις βιβλίων, περιοδικών, φιλολογικοί καβγάδες για τη γλώσσα ή άλλα θέματα πνευ ματικού προβληματισμού ο συγγραφέας μας, υπό εκκόλαψη ακόμα, κρατιόταν σε μιαν απόσταση απ' τη θορυβώδη παρέα που εξέφραζε αυτήν την άνοιξη, τόσο γιατί, τον υποχρέωνε σ' αυτό η μικρή ηλικί α του, σε σύγκριση με τους άλλους, όσο γιατί είχε μεσολαβήσει κι ένα τραγικό περιστατικό στην οικο γένεια του (είχε χάσει την αδελφή του από τυφοειδή πυρετό), και το γεγονός αυτό τον συγκλόνισε σε βαθμό που να μείνει μακριά κι έξω απ' την επαναστατική συντροφιά των "βασιβουζούκων", όπως είχε αυτοαποκληθεί εκείνη η παρέα. Αυτός είναι ένας πρώτος λόγος για την αποστασιοποίηση του Αθανα σιάδη. Κι ήταν η αρχή. Μια αρχή που επιτάθηκε με την αγωγή του, εξαιτίας της μεγαλοαστικής του καταγωγής, που έστησε μέσα του, απ' τα πρώτα χρόνια της ζωής του, δομές αρνησικυρικές απέναντι στον περίγυρο του. Δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να επαληθεύεται ο νεολογισμός του Ιονέσκο -του συγ γραφέα του θεάτρου του παραλόγου, μέσα στο οποίο εντάσσεται και το οξύμωρο της σκέψης του που σ' ένα δοκίμιο του της σειράς: "Σημειώσεις κι αντισημειώσεις", λέει ότι: "η επιτυχία ενός συγγρα φέα είναι συχνά ζήτημα παρεξήγησης". Ίσως μια βαθύτερη ανάλυση αυτού του συλλογισμού να μας οδηγούσε σε κάποιες αλήθειες. 'Ομως κανείς δε θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι και τα πραγματικά πε ριστατικά, με τη δική τους λογική και αλληλουχία, δεν παίζουν κάποιον ουσιαστικό ρόλο και δεν έχουν τις επιπτώσεις τους στη διαμόρφωση της ζωής. Ας δούμε. ωστόσο, τα πράγματα με μια σειρά. Γεννημένος ο Αθανασιάδης από γονείς μεγάλης, για την εποχή του, οικονομικής επιφάνειας -ο πατέρας του ήταν εργοστασιάρχης, κι η μητέρα του κόρη ρουμάνου μεγαλοκτηματία, με θαυμάσια μόρφωση για γυναίκα εκείνου του καιρού- αξιώθηκε, όπως ήταν φυσικό, ιδιαίτερων περιποιήσεων και αγωγής, με γερμανίδα γκουβερνάντα, και με διδασκαλία κατ' οίκον, από εκλεκτούς δασκάλους και. παιδαγωγούς. Το γεγονός αυτό δεν του επέτρεψε, στα πρώτα χρόνια της ζωής του, στα τρυφερά εκείνα χρόνια της παιδικής ηλικίας, να 'ρθει σ' άμεση επαφή με τον κόσμο που ανάπνεε έξω απ' τα τείχη του και να ζυμωθεί μαζί του. Βέβαια, η εκλεπτυσμένη αισθαντικότητά του, μαζί με τη ρομαντική φύση του και τ' αντίστοιχα διαβάσματα του, που ασφαλώς θ' απηχούσαν τον έντονο ρομαντικό ιδεαλισμό της γερμανικής κουλτούρας του τέλους του περασμένου αιώνα, σύμφωνα και με τις υποδείξεις της γερμανίδας δασκάλας, έπιασε αμέσως και χωρίς κόπο τον παλμό και την αγωνία του πλήθους των ταπεινών που ζούσαν λίγα μέτρα έξω απ' το σπίτι του, κι η καρδιά του στράφηκε ευθύς με συμπάθεια προς το μέρος τους. Αλλά δεν τη βίωνε αυτήν την αγωνία, δε συγκλονιζόταν άμεσα απ' τα περιστατικά της ανέχειας και της δυστυχίας. Η προσέγγιση του ήταν νοητική. Μα ήταν οξεία. Και διεισδυτική. Το βλέπουμε σ' όλα τα έργα του. Ο Αθανασιάδης αντιλήφτηκε απ' την πρώτη στιγμή ότι έξω απ' την πόρτα του παιζόταν ένα ατέλειωτο δράμα, όπου, πέρ' απ' τις ατομικές περιπτώσεις, σημασία είχαν τα πάθια του πλήθους των ανώνυμων καθημερινών ανθρώπων, που δεν έφτανε ότι δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, αλλά ήταν κι έρμαια των ψυχρών αποφάσεων των μεγάλων και ισχυρών, όσων δια φέντευαν την τύχη τους. Στάθηκε χωρίς δισταγμό στο πλευρό τους. Μπορεί να μην ήταν ένας επαναστατημένος συμμαχητής της πρώτης γραμμής. Αλλά ήταν ένας αποφασιστικός θεωρητικός υποστηρικτής των δικαίων τους, που τα αναγνώριζε πέρα για πέρα, ακριβώς γιατί η απόσταση που υπήρχε ανάμεσα σ' εκείνον και σ' αυτούς του επέτρεπε να βλέπει καθα ρότερα και να κρίνει με δικαιοσύνη την ανισότητα που τους χώριζε. Αυτή η διάσταση ανάμεσα στον κόσμο του και την αγωγή του απ' τη μια, και στην πραγματικότητα που τον περιτριγύριζε απ' την άλλη, δεν τον άφησε να επιδοθεί ευθύς εξαρχής στη δημιουργία του έργου του. Γι' αυτό βλέπουμε το ταλέντο του να πρωτοαποκαλύπτεται σε στίχους που έδιναν διέξοδο σε ερωτικές μάλλον ανησυχίες της νεαρής ηλικίας, και σε θεατρικά έργα της πρώ της μετεφηβικής εποχής, ερωτικά κι αυτά, στη βάση τους, αλλά και μ' έντονο κοινωνικό προβληματι σμό, προάγγελο του κυρίως λογοτεχνικού του έργου, που ήταν αποκλειστικά πεζογραφικό, και μας δόθηκε με εκτεταμένα μυ θιστορήματα και διηγήματα νουβέλλες- απ' το 1950 κι εδώ. Σ' αυτό το σημείο θα πρέπει να σταθούμε για να παρατηρήσουμε ότι ο Αθανασιάδης, σαν συγ γραφέας, εμφανίστηκε στα γράμματα μας με σημαντική καθυστέρηση, δηλαδή στα 46 του χρόνια, μ' ένα μυθιστόρημα -"Το βιβλίο του νησιού μου"- ρομαντικό και ποιητικό συνάμα, διαποτισμένο με άφθονο λυρισμό, πιο πολύ, θα 'λεγε κανείς, για να ολοκληρώσει και να αποβάλει τις ενασχολήσεις του περί τα λογοτεχνικά των νεανικών του χρόνων. Ωστόσο, το βιβλίο αυτό ήταν περισσότερο μια δοκιμή για τη δύσκολη τέχνη του ουσιαστικού πε ζού λόγου, που οι εσωτερικές διεργασίες του κοινωνικού και πνευματικού προβληματισμού απαιτού σαν απ’ τον Αθανασιάδη. Κι όταν οι διεργασίες αυτές ωρίμασαν μέσα του, ο συγγραφέας μας έδωσε το πρώτο μεγάλο βιβλίο του, το "Πέρ' απ' το ανθρώπινο". Στα 53 του χρόνια ακριβώς. Θεωρώ απαραίτητο να διευκρινίσω ότι η επιμονή μου στις χρονολογικές επισημάνσεις έχει το νόημα της, μια και ο Αθανασιάδης δεν είναι ο συγγραφέας μιας σειράς τυχαίων βιβλίων, που γράφτη καν κατά τις επιταγές της θείας, αν θέλετε, έμπνευσης, διαφοροποιούμενης από χρόνο σε χρόνο ως προς τα θέματα της ανάλογα με τα τερτίπια της ή και τις ειδικές συνθήκες που την προκαλού σαν. Ο Αθανασιάδης είναι απ' τους λίγους, απ' τους ελάχιστους νεοέλληνες συγγραφεύς που οικοδό μησε έργο με θέση, με γραμμή, και με συνέπεια ένα έργο που ψηλαφεί με λεπτομερέστατη, σχολα στική προσοχή, και μ' αγωνία, το σύγχρονο κόσμο, για να μας δώσει μέσ' απ" τα δεινά του τον οραμα τισμό ενός καλύτερου "αύριο", αδιάφορο αν χα γεγονότα του "σήμερα" τοποθετούν αυτό το "αύριοο" πολύ μακριά. Το μυθιστορήματα κι οι νουβέλλες του είναι μια υπεύθυνη και συνειδητή πράξη ζωής, και χρειάζονται ωριμότητα καρδιάς και μυαλού για να πλαστούν, να χτιστούν, και να μας δοθούν. Για να κατακτηθεί αυτή η ωριμότητα έπρεπε να μεσολαβήσει κάποιος χρόνος, να περάσει η ψυχή απ' το καμίνι συγκλονιστικών εμπειριών, τόσο εσωτερικών, που αφορούσαν ατομικές και ισοπεδωτικές οικο γενειακές περιπέτειες, όσο και εξωτερικών, σαν αυτές που ταλάνισαν τον πλανήτη μας με τους δυο παγκόσμιους πολέμους του αιώνα μας, σκορπίζοντας φρίκη, τρόμο και θάνατο στ' ανθρώπινα κοπάδι α παντού της γης. Η διάνυση αυτού του ωφέλιμου χρόνου θαρρείς ήταν απαραίτητη για να γεμίσουν τα κενά της ψυχής, να εκδιωχθούν τυχόν αρρωστημένες αμφιβολίες, και να πληρωθεί ο διάμεσος χώ ρος της διάστασης ανάμεσα στην προσωπική ζωή και σ' εκείνην που η ολέθρια πραγματικότητα επι φυλάσσει για τους άλλους. Μ' άλλα λόγια ήταν αναγκαίο να προετοιμαστεί η ευθυγράμμιση της προ σωπικής μοίρας με τη μοίρα του συνόλου -αυτή τη μοίρα που οφείλουμε όλοι, από κοινού, να καλυ τερέψουμε. Για όλους τους παραπάνω λόγους δεν πρέπει να μας παραξενεύει, ούτε να μας εκπλήσσει, που ο Αθανασιάδης άργησε να μας δώσει το έργο του. Το σημαντικό είναι ότι, έστω και αργά, μας το έδωσε. Κι αν δεν ήταν απ' την αρχή ενταγμένος στις τάξεις της πρώτης ομάδας που εδραίωσε τη "Λεσβιακή Άνοιξη", όμως κανείς δεν μπορεί ν' αμφισβητήσει ότι είναι παιδί της, αφού μέσα στο κλίμα της μεγά λωσε, απ' αυτό εμπλουτίστηκε, και μέσ' απ' το πρίσμα του είδε τη συγγραφική του αποστολή και το πνευματικό του χρέος. * * *
Τα βιβλία του Αθανασιάδη δεν υπήρξαν πολλά σε αριθμό. Είναι 8
μυθιστορήματα και 3 με διη γήματα. Όμως ο όγκος τους σε σελίδες
είναι, τόσο τεράστιος, που θα δυσκολευτούμε να βρούμε άλλον
νεοέλληνα συγγραφέα να τον συγκρίνουμε μαζί, του, εκτός ίσως τον
Καραγάτση. Ο Αθανασιά δης είναι ο κατ ‘εξοχήν συγγραφέας του "roman
fleuve", του μυθιστορήματος -ποταμός. Όλα του τα μυθιστορήματα είναι
ποταμοί. Γιατί δεν καταπιάνονται με μεμονωμένες περιπτώσεις ατόμων
και με τις ιδιομορφίες τους. Στοχεύουν στην απεικόνιση της ζωής, και
μάλιστα μέσα στην αέναη ροή του χρόνου, καθώς οι εξελίξεις
μεταβάλουν τα φυσιογνωμικά της δεδομένα, μεταφέροντας από γενιά σε
γε νιά παραδόσεις κι αρχές, αλλά και νέα ήθη, που, ωστόσο, συνδέουν
μ' άρρηκτους δεσμούς την αλλη λοδιαδοχή, έτσι ώστε το κάθε "σήμερα"
να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για το "αύριο". Εδώ μπαίνει ένα πρόβλημα: αν το "σήμερα" παρουσιάζεται θολό και δύσμορφο και πνιγμένο σε μια φρίκη που αναιρεί από μόνη της κάθε σκέψη για ένα καλύτερο "αύριο", τότε τι νόημα έχει να συ ζητούμε το θέμα; Ο Καραντώνης σε μια κριτική του για ένα απ’ τα βιβλία του Αθανασιάδη,-το "Θύελλα και Γαλήνη"- γράφει ότι: "σ' αυτό το καλύτερο αύριο" δεν πιστεύει ούτε ο συγγραφέας μας. Κι αν έγραψε αυτό το μυθιστόρημα, ήταν για να λυτρωθεί απ' την κατάθλιψη που συντηρεί μέσα του η πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι αθεράπευτα παράλογος και ουσιαστικά ανεξήγητος". Προσωπικά θα πρόσθετα ότι ο Αθανασιάδης έγραψε αυτό το βιβλίο, όπως και. όλα τα άλλα του, γιατί, πέρ' απ' την κατάθλιψη για το παρόν, μέσα του ανάβει πάντα μια σπίθα ελπίδας γι' αυτό το "καλύτερο αύριο", που είναι προσδοκία και όραμα όλων των λαών. Αλλ’ ας δούμε, με μια σύντομη περιδιάβαση, τα βιβλία του ένα-ένα Για το "Βιβλίο του νησιού μου" μιλήσαμε προηγουμένως με λίγα λόγια. Δε χρειάζεται να πούμε περισσότερα, παρά μόνο πως φαίνεται να γεννήθηκε απ' τον έρωτα που συμβαίνει να φυτρώνει μες στην καρδιά κάθε Λεσβίου για την ανεπανάληπτη ομορφιά του νησιού του. Το "Πέρ' απ' το ανθρώπινο" (η πρώτη έκδοση έγινε το 1957) είναι ουσιαστικά το πρώτο βιβλίο του Αθανασιάδη, αυτό που θεμελιώνει την παρουσία του στα γράμματα μας μ' έναν τρόπο αδιαφιλο νίκητο. Φανταστικό στη σύλληψη του, αλλά επικό στο στήσιμο του, συγκλονιστικό στις περιγραφές του, κι ανατριχιαστικό στις λεπτομέρειες του, μας δίνει, κάτω από επίτηδες επιλεγμένους παραμορφω τικούς φακούς, το τραγικό πρόσωπο του Ανθρώπου, όταν το παγιδεύουν στις δαγκάνες τους συστήμα τα κοινωνικής ζωής, που, αδιαφόρως χρώματος, ενώ ευαγγελίζονται την απελευθέρωση και τη σωτηρί α του, καταλήγουν να τον εξευτελίζουν και να τον εξανδραποδίζουν. Το ότι το βιβλίο ξεπερνά τα όρια του λογικού και κινείται μέσα στον ασύνορο χώρο της υπερβολής και του παραλόγου, όπου ισοπεδώ νεται κι εκμηδενίζεται οποιαδήποτε έννοια ηθικής, είναι γεγονός. Όμως, όποιες αντιρρήσεις κι αν έχει κανείς για το θέμα του και το χειρισμό του, δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι μέσ' απ' τις σελίδες του περνά μ' όλη της την τίμια αγωνία η πνοή ενός μεγάλου συγγραφέα, που βρήκε τον τρόπο να ζωγραφί σει με απόλυτη ενάργεια τη δυναστεία του φόβου που συνθλίβει το σύγχρονο άνθρωπο. Το βιβλίο αυτό τιμήθηκε με το Βραβείο Ουράνη της Ομάδας των Δώδεκα το 1958, και μεταφράστηκε στα γαλλικά. Ακολούθησε το δίτομο μυθιστόρημα "Σταύρωση χωρίς ανάσταση" το 1963, μια πλατιά τοιχογρα φία της ελληνικής μεσοαστικής ζωής των πρώτων πενήντα χρόνων του αιώνα μας, ιδωμένης μέσ' απ' το πρίσμα των ιδεωδών του ανθρωπισμού, έτσι όπως διαμορφώθηκε, σαν αίτημα των καιρών, ύστερ' απ' τις θανάσιμες αναταραχές των δυο παγκοσμίων πολέμων. Απ' τον τίτλο του και μόνο Θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς πως το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα βιβλίο απόγνωσης, αν μάλιστα το διαβάσει έπειτα απ' το "Πέρ' απ' το ανθρώπινο". Κι όμως η ρωμαλέα γραφή του, παρά τους πλατυασμούς της αφήγησης, που μορφικά ανήκει στη χορεία του γαλλικού μυθιστορήματος του περασμένου αιώνα, και παρά την άτυχη εξέλιξη της ζωής των ηρώων του, δίνει έναν άλλο αέρα και μιαν άλλη διάσταση στις προοπτικές που χαράζονται στη σκέψη του αναγνώστη για το μέλλον του κόσμου. Τον επόμενο χρόνο απ' το "Σταύρωση χωρίς ανάσταση", δηλαδή το 1964, κυκλοφόρησε το "Γυμνό κορίτσι". Θα 'λεγε κανείς πως πρόκειται για μιαν ανάπαυλα στην κολοσσιαία εργογραφία του Αθανασι-άδη. Σαν για να ξεκουραστεί κάποια στιγμή απ' τις μεγάλες εποποιίες που ζωγράφιζε κατά τα πρότυπα του Βερονέζε και του Τισιανού, έβαλε στο χρωστήρα του μόνο γαλάζιο, άσπρο, και πράσινο θάλασσα, αφρούς και παράλια γη- κι άρχισε να παίζει μ' ένα δελφίνι, πότε στην επιφάνεια των νερών και πότε στους παραδείσιους βυθούς του Αιγαίου, αγκαλιά μ' ένα κορίτσι. Βιβλίο γοητευτικό, χωρίς κοινωνικούς ή άλλους προβληματισμούς. Μια φανταστική περιπέτεια, γεμάτη απ' τη μαγεία της φυσι κής ομορφιάς, έτσι όπως μας τη δίνει η άμεση θέα του κόσμου. Το μυθιστόρημα αυτό μεταφράστηκε σε είκοσι γλώσσες, έγινε ταινία για τον κινηματογράφο, και σήριαλ για την τηλεόραση. Ίσως η επιτυχία του "Γυμνού κοριτσιού" να έσπρωξε τον Αθανασιάδη να γράψει και την προϊστο ρία του δελφινιού, κατά πρωθύστερο σχήμα. Γιατί, κάτι τέτοιο πρέπει να είναι το μυθιστόρημα "Σίμπαλ, το δελφίνι του ωκεανού", που εκδόθηκε πολύ υστερότερα, έπειτ' απ' το "Θύελλα και γαλήνη", για το οποίο θα μιλήσουμε πιο κάτω. Όπως κι αν έχει το πράγμα, ο "Σίμπαλ" παρουσιάζει εμφανείς συγγενείς με το προηγούμενο βιβλίο τόσο σαν περιεχόμενο, όσο και σαν στόχος, αφού κι αυτό αποτε λεί ουσιαστικά μιαν ανάσα για τον συγγραφέα και μια ξεκούραση. Το 1970 ο Αθανασιάδης μας έδωσε το μυθιστόρημα "Ψηλαφητός κόσμος". Το βιβλίο αυτό, πλα τύ επίσης στις διαστάσεις του, διαφοροποιείται κατά ένα ποσοστό απ' τα δυο προηγούμενα "κοινωνικά" του, μια και το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται σ' ένα κυρίως πρόσωπο, του οποίου τον εσωτερικό κόσμο αναψηλαφεί, σε συνάρτηση με τα δεδομένα του περίγυρου του και της καθημερινής ζωής. Όπως μας λέει ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο τούτου του βιβλίου, το πρόσωπο αυτό που μελετά είναι μια σύμπλεξη τάσεων, παρορμήσεων, αντιφάσεων, κι επιδιώξεων που τη συναντούμε κάθε μέρα, σε κάθε μας βήμα. Γιατί, σε τελευταία ανάλυση, εμείς είμαστε αυτό το πρόσωπο, μια και κουβαλούμε οι ίδιοι εμείς, άλλοτε κρυμμένο, άλλοτε φανερό, το καθημερινό ανθρώπινο δράμα της κα τάκτησης της ζωής, που, ωστόσο, πάντα μας διαφεύγει και πάντα μας ξεπερνά. Το 1971 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του με τον τίτλο "θεός Αρχαίος", που τιμήθηκε με το πρώτο Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, κι ακολούθησαν άλλες δυο συλλογές με τους τίτλους: "Αετοί των Δελφών", και "Ανώνυμα". Δε θ' ασχοληθώ ιδιαίτερα με τα βιβλία αυτά, μια και το περιεχόμενο τους εντάσσεται στο γενικότερο συγγραφικό κλίμα του Αθανασιάδη. Θα προχωρήσω στο άλλο μεγάλο του μυθιστόρημα, το "Θύελλα και Γαλήνη", που εκδόθηκε το 1977 και που μαζί με το "Πέρ' απ' το Ανθρώπινο" και το "Σταύρωση χωρίς Ανάσταση", όπως και μαζί μ' ένα τέταρτο, με τον τίτλο "Επίγονοι", που όταν γράφονταν τούτες οι γραμμές (1986) ετοιμαζόταν, αλλά δεν είχε εκδοθεί ακόμα, αποτελούν μιαν ενότητα περιεχομένου και στόχων. Ο τίτλος "θύελλα και Γαλήνη" είναι κατά κάποιο τρόπο μια παραλλαγή του "Πόλεμος και Ειρήνη" του Τολστόι. Τα δυο μυθιστορήματα δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους, άλλη απ' τ' ότι αναφέρονται σ' έναν πόλεμο, με όλα τα δεινά που προκύπτουν απ' αυτόν, και σε μια ειρηνική περίοδο, όπου οι άν θρωποι προσπαθούν να γιατρέψουν τις πληγές του πολέμου. Βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα μεγαλόπνοο έργο, που απλώνει τα ενδιαφέροντα του σ' όλα τα μήκη και πλάτη της γης απ' όπου πέρασε η λαίλαπα του πολέμου, για να μας δώσει συγκλονιστικές εικόνες και περιγραφές απ' το παγκόσμιο δράμα. Κι όχι μόνο αυτό. Αλλά για να μας προβληματίσει σαν ανθρώπινη κοινότητα, αφού, για όσα συμβαίνουν γύ ρω μας, έχουμε όλοι ένα μερίδιο ευθύνης, μια και στη συνείδηση μας απόκειται να δράσουμε θετικά για το συμφέρον της ολότητας, ή ν’ αδρανήσουμε, σκύβοντας μοιρολατρικά το κεφάλι. Για να πετύχει το στόχο της παγκοσμιότητας ο Αθανασιάδης, τόλμησε να δρασκελίσει τα σύνορα των πατρίδων, όπως έγραψε ο Καραντώνης, "και δημιούργησε μια ψυχολογία εσπεράντο που τον βοήθησε να κατασκευά σει μια Κιβωτό του Νώε, γεμάτη αντιπροσωπευτικούς τύπους όλων των λαών", ζωγραφίζοντας με ξέχω ρα χρώματα τον εθνικό χαρακτήρα του καθενός. Μέγα το τόλμημα. Αλλά και μεγάλη η επιτυχία του συγγραφέα, που μας παρασύρει να διαβάσουμε χωρίς διαλείμματα τις υπερχίλιες σελίδες του, σαν να διαβάζουμε την προσωπική μας ιστορία. * * *
Το δίχως άλλο έγινα κουραστικός με τις αναφορές μου στα επί μέρους
βιβλία του Αθανασιάδη. Αλλά πώς αλλιώς να έδινα το στίγμα του
συγγραφέα αν δεν προσέφευγα στις συγκεκριμένες συν τεταγμένες; Εδώ
ανακύπτει η ερώτηση: μα είναι αρκετές αυτές οι "συντεταγμένες" για
να μας προσδιορίσουν και τη μεγαλοσύνη του ταλάντου με το οποίο
είναι προικισμένος ο Αθανασιάδης; Θα απαντούσα ότι οι αποδείξεις
είναι απτές: πρώτα-πρώτα τα ίδια τα βιβλία του. Κι έπειτα η α πειρία
των κριτικών που γράφτηκαν γι' αυτά από επιφανείς ανθρώπους των
γραμμάτων και της λογο τεχνίας, εδώ και στο εξωτερικό. Αλλά μαντεύω
αμέσως μια δεύτερη απορία: τότε γιατί, με τέτοια δεδομένα, τέτοια
φόντα, τόσο υψηλούς στόχους, και τέτοιες εκπληκτικές επιτεύξεις ο
Αθανασιάδης δεν κέρδισε από μόνος του, αυτόματα κι αυτονόητα τη φήμη
του μεγάλου συγγραφέα, ώστε τα’ όνομα του να κυκλοφορεί κάθε μέρα
στις εφημερίδες και τα περιοδικά και στις διάφορες κοσμικές
συναθροίσεις;Σ' αυτό το ερώτημα νομίζω ότι απάντησα και πιο πριν. Κάτι τέτοιο πρέπει να το κυνηγήσεις κι ο ίδιος, να μπεις μέσα στα σύγχρονα συστήματα εκμετάλλευσης και προβολής, και να επιδιώξεις ένα κά ποιο επιχρύσωμα που θα τονώσει τη λάμψη σου, πολλές φορές ανεξάρτητα κι απ' το αν έχεις πράγ ματι όλες τις προϋποθέσεις για λάμψη. Ο Αθανασιάδης δεν το προσπάθησε. Άργησε πολύ ν' αρχίσει το έργο του, και δεν είχε πια τον καιρό ν' ασχοληθεί μ' οτιδήποτε άλλο εκτός απ' αυτό. Ήταν κι από φυ σικού του ο άνθρωπος της απόστασης. Κρατήθηκε στο όριο της αξιοπρέπειας του συγγραφέα, που νοιάζεται πιο πολύ για τις ευθύνες του απέναντι στην αποστολή του. Έπρεπε να οικοδομήσει το έργο του σελίδα προς σελίδα, σωστά, για να μας δώσει όσο γίνεται πιο ολοκληρωμένα το μέτρο του Ανθρώ που σ' ό, τι είναι η αθλιότητα του κι η δόξα του. Βέβαια, στο σημείο αυτό θα μπορούσε να προβληθεί ένας σοβαρός αντίλογος: ότι για την από σταση του κοινού αναγνώστη απ' τον Αθανασιάδη φταίει κατά σημαντικό ποσοστό κι ο τεράστιος όγκος των βιβλίων του, που φοβίζουν και γίνονται απλησίαστα. Ναι, είναι γεγονός ότι η βιαστική εποχή μας στρέφει το μάτι με ιδιαίτερη προσοχή στο ατομικό δράμα, που είναι πιο συνοπτικό, πιο γρήγο ρο, πιο αποτελεσματικό. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι κωφαύει και σ' όσα ευρύτερα απασχολούν την αν θρωπότητα. Φτάνει να βρεθεί ο τρόπος να τα γνωρίσει. Είναι κι αυτό μια δουλειά. Και στις μεγάλες χώρες, όπου η διακίνηση του εκδιδόμενου βιβλίου, ύστερα και πέρ' απ' τη συγγραφή του, αντιμετωπίζε ται όπως ενός οποιουδήποτε άλλου προϊόντος που προορίζεται για την ευρεία κατανάλωση, κι επομέ νως διαφημίζεται και προβάλλεται με άφθονα μέσα, σύμφωνα με τους σύγχρονους κανόνες εμπορίας των αγαθών, το πρόβλημα έχει λυθεί. Πρόχειρο παράδειγμα το βιβλίο "Οι άνεμοι του πολέμου", ή "Το όνομα του ρόδου". Διαφημίστηκαν, διαδόθηκαν, προβλήθηκαν. Ως και σήριαλ για την τηλεόραση το πρώτο και κινηματογράφος το δεύτερο έγιναν, και στάλθηκαν στα πέρατα της γης. Ήταν φυσικό να κυ κλοφορήσουν σ' εκατομμύρια αντίτυπα και να τα γνωρίσουν εκατομμύρια άνθρωποι. Κι ας αποτελού νται κι αυτά από εκατοντάδες σελίδες. Δεν είναι στις προθέσεις μου να κάνω συγκριτικές αντιπαραθέσεις για να αποδείξω ότι και τα βιβλία του Αθανασιάδη είναι ισάξια, αν όχι και καλύτερα από πολλά ξένα που τα τελευταία χρόνια κυ κλοφορούν κατά χιλιάδες ακόμα και στη χωρά μας. Τέτοιες μέθοδοι κουράζουν, παρά δικαιώνουν ε κτιμήσεις. Το θέμα είναι υποκειμενικό κι ο καθένας μπορεί να το κουβεντιάσει με τον εαυτό του, έχοντας στα χέρια του το ίδιο το έργο του συγγραφέα, μελετώντας το μόνος του και συνδιαλεγόμενος μαζί του. Ωστόσο, δεν μπορεί να μην τονιστεί και να μην προβληθεί όπως του αξίζει ο μόχθος του συγ γραφέα, που ανάλωσε τη ζωή του για να χτίσει αυτό το έργο, στο οποίο έδωσε την ψυχή του με πολλή αγωνία, πολύ πάθος, αλλά και πολλή αγάπη.
-------------------------------------------------------------
Ο Νίκος Αθανασιάδης γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1904, Στο νησί
έμεινε ως τα 1939, δουλεύοντας στην Αγροτική Τράπεζα. Τη χρονιά
εκείνη μετατέθηκε στην Αθήνα, όπου έμεινε όλα τα υπόλοιπά του
χρόνια. Έργα του: "Το βιβλίο του νησιού μου". μυθιστόρημα 1950. -" Περ' απ' το Ανθρώπινο", μυθιστόρημα, 1957. "Σταύρωση χωρίς Ανάσταση", μυθιστόρημα, 1963.- "Το γυμνό κορίτσι", μυθιστόρημα. 1964. "Ψηλαφητός κόσμος", μυθιστόρημα, 1970.- "Θεός αρχαίος". νουβέλες. 1971.- "Θύελλα και Γαλήνη". μυθιστόρημα, 1974, "Οι αετοί των Δελφών", νουβέλες, 1978. "Ανώνυμοι" νουβέλες 1978.- "Σίμπαλ" μυθιστόρημα, 1979. |
|
| Close |