ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
Close
ΜΑΚΑΡΙΑ: Η Λέσβος κι η πνευματική της άνοιξη

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια

Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια Ένα πρόσωπο του μύθου Στις μέρες μας, που ο ρυθμός της ζωής έχει γίνει άπιαστος σχεδόν, κι η εναγώνια αναζήτηση α-πό τον καθένα μας μιας ανάσας, ίσα-ίσα για μια στοιχειώδη ισορροπία μέσα στον κόσμο, κοντεύει ν’ απομεί νει κι αυτή σχήμα κενό, δίχως αποτέλεσμα, η ξαφνική επαφή μας με πρόσωπα του μύθου, μ' οποιοδή ποτε απ' αυτά τα πρόσωπα, οποιουδήποτε μύ-θου, ανοίγει μέσα μας μια παρένθεση με δονήσεις τόσο ξένες προς το κλίμα της εποχής και του περίγυρου μας, που βιαζόμαστε να την κλείσουμε, από φόβο μην παρεξηγηθούμε απ' τον ίδιο μας εαυτό!

Αλλά υπάρχουν πρόσωπα του μύθου σήμερα; Ή: υπάρχουν καν μύθοι; Ας μην ξεχνούμε ότι αυτή τη στιγμή ζούμε την κρίσιμη περίοδο της απογύμνωσης των πάντων Ακόμα κι αν μας κληροδότησε το παρελθόν τίποτα κατάλοιπα, που κάποτε έθρεψαν τη συναισθηματικότητα μας ή τη φαντασία μας, βιαστήκαμε να τα περάσουμε απ' το κόσκινο της απομυθοποίησης, πιο πολύ θαρρείς από πλέγμα μειονεκτικότητας μην τυχόν και μας πουν ότι ξεγελιόμαστε να γεμίζουμε τον εσωτερικό μας χώρο μ' άπιαστον αέρα.

Ωστόσο, ναι, υπήρχε ως πριν λίγα χρόνια ένα πρόσωπο του μύθου στο ελληνικό περιβάλλον. Ήταν η δασκάλα με τα χρυσά μάτια. Κι όχι μόνο σαν ένας ωραίος κι επιβλητικός τίτλος του βιβλίου του Μυριβήλη, που με τη συγκλονιστική, για τον καιρό του, ιστορία του, είχε συγκινήσει χιλιάδες Ελλήνων κι είχε γοητέψει ακόμα πιο πολλούς. Αλλά ένα πρόσω-πο υπαρκτό, ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά, που ζούσε κι ανάπνεε κοντά μας, και μπορούσες να τον δεις και να του μιλήσεις. Ήταν η ίδια η συγκε κριμένη δασκάλα που είχε εμπνεύσει το συγγραφέα, προσφέροντας του, με την περιπέτεια της ζωής της, το περιεχόμενο της ιστορίας του βιβλίου του -όπως πιστευόταν απ' τον κόσμο.

Αυτή η δασκάλα ζούσε σ' ένα χωριό της Λέσβου, όμορφη, πιο όμορφη ακόμα κι απ' τον ίδιο το μύθο, που την έφερνε πάνω στα φτερά του σ' όλον τον ελλαδικό χώρο. Ήταν δυνατόν; Κι αυτό το φωτοστέφανο που ασφα λώς θα τύλιγε τα ξανθά της μαλλιά; Κι αυτή η υπεροχή της αίγλης, που στα σίγουρα θα την ανέβαζε πολλά σκαλοπάτια ψηλότερα απ' την καθημερινότητα και την τύρβη, Κι αυτή η ομορφιά που το δίχως άλλο θ' ακτινοβολούσε ο πλούσιος κόσμος της; Πώς μπορούσε όλ' αυτά να βγουν απ' τις σελίδες ενός αγαπημένου βιβλίου και να γίνουν ύλη απτή, ικανή ακόμα να γοητεύει;

Τα ερωτηματικά, όσο κι αν ήταν επίμονα, δεν κατάφερναν ν' αλλοιώσουν ή να καταρρίψουν το μύθο, που ολοένα, με το πέρασμα του χρόνου, γινόταν και πιο στέρεος, πιο πολύμορφος, γινόταν ένα στοιχείο ζωής, που περιείχε κάτι απ' αυτό που λέμε γεύση μιας άλλης ποιότητας, αδιευκρίνιστης ίσως στις λεπτομέρειες της, μα ωστόσο πέρα για πέρα αισθητής. Προσωπικά, ένιωθα πάντα την ανάγκη να τον πλησιάσω.
*
Ένα βραδάκι, πριν αρκετά χρόνια, καθώς τα βήματα μου, οδηγημένα απ' την αγιάτρευτη αγάπη της νησιώτικης πατρικής γης, μ' έφεραν ν' ανεβαίνω ένα απ' τα καλντερίμια του Μολύβου, του λεσβιακού χωριού με την πανάρχαιη ιστορία, βρέθηκα ξαφνικά μπροστά σε μια εικόνα απελπιστικά σκληρή, που κυριολεκτικά μου ξέσκισε τα σωθικά. Ήταν μια ανοιχτή πόρτα ενός παμπάλαιου, μισογκρεμισμέ νου κι απεριποίητου σπιτιού μια πόρτα σαν μια μαύρη ανοιχτή πληγή, που μέσα της μόνο φαντάσμα τα μπορούσαν να στήσουν οι φοβισμένες υποψίες.

Στάθηκα. Κιόλας ο ήλιος κατέβαινε κατά τα δυτικά, και κείνες οι πορτοκαλιές στερνές του ακτίνες έβαφαν δίπλα μου με μιαν αόριστη θλίψη τους τοίχους, τις πέτρες, μιαν αδυνατωπή κληματαριά που σκάλωνε γέρικα κι απεγνωσμένα τα σκελετωμένα της μπράτσα πλάι στο σάπιο ξύλο της πόρτας. Την ίδια στιγμή ακριβώς φάνηκε νά 'ρχεται απ' το βάθος του σκοταδιού ένας δυσκίνητος ανθρώπινος όγκος. Ανατρίχιασα. Από ένστικτο έπιασα να κάνω συνδέσεις μ' αυτήν την πραγματικότητα, που ολότελ’ αναπάντεχα άρχιζε να παίρνει συγκεκριμένο σχήμα μπρο στά στα μάτια μου. Είχα ακουστά ότι στο Μόλυβο κατοικούσε η δασκάλα με τα χρυσά μάτια. Κάποιος μου είχε μιλήσει για ένα ανηφορικό καλντερίμι του χωριού, για μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα, για μιαν άθλια κληματαριά. "Είναι γριά πια η δασκάλα", μου είχε πει μια άλλη φωνή. Νάτην τώρα αυτή η "γριά", νάτην αυτή η πόρτα, και στο βάθος το σκοτάδι των χρόνων που πέρασαν, και πίσω απ' αυτά τα χρόνια ένας εγκαταλειμμένος μύθος...

- Καλησπέρα, ψιθύρισα, χαμένος μέσα σε μιαν άχρονη αίσθηση, πιο πολύ από ανάγκη να νιώσω πως τουλάχιστον εγώ ήμουν έξω απ' τον κύκλο αυτουνού του βάναυσα ερειπωμένου, ωραίου άλλοτε, ιστορήματος. Στράφηκε. Τα μαλλιά της κιτρινόασπρα, ίδια ξεσκλίδια, κρέμονταν απεριποίητα απ' τη μια και την άλλη του γερασμένου προσώπου της. Το βλέμμα της, αυτό το βλέμμα των χρυσών ματιών που μπόρεσε να οδηγήσει ως την προδοσία ενός νεκρού φίλου στρατιώτη, έλειπε.

Στη θέση του υπήρχε μια συνοφρυωμένη καχυποψία που βελόνιαζε. - Τι θέλεις; ρώτησε με σκληρή φωνή, που περισσότερο έδιωχνε παρά γύρευε απόκριση. Είχα ακούσει ότι πολύ την παραζάλιζαν τα τελευταία χρόνια οι ξένοι επισκέπτες του χωριού. Ο μύθος της είχε ταξιδέψει από στόμα σε στόμα. Άλλωστε ο Μυριβήλης ήταν κι είναι ακόμα απ’ τους πιο διαβασμένους μας συγγραφείς. Όλοι ήξεραν για τη "Δασκάλα με τα χρυσά μάτια". Έρχονταν λοιπόν περίεργοι να δουν το πρόσωπο που γέμισε τόσες ωραίες σελίδες, να κάνουν επαλήθευση της ταυτότη τας του φανταστικού με το πραγματικό. Εκείνη εξοργιζόταν. Είχε το λόγο της. - Ρώτησα τι θέλεις, επανέλαβε βραχνά, ενώ κιόλας μια αδιόρατη απειλή πέρασε απ' τη σπασμέ νη φωνή της.

  -Τίποτα, αποκρίθηκα δει λιασμένος. Στάθηκα απλά για "καλησπέρα". - Ε, καλησπέρα λοιπόν, και φύγε! είπε εχθρικά. Μα εγώ δεν έφευγα. Τα πόδια μου δε σάλευαν. Κι αυτό φαίνεται πως τη νευρίασε. Γύρισε και με κοίταξε, έτοιμη θαρρείς να χυθεί καταπάνω μου. Είδε ότι ήμουν ήρεμος. Ίσως να πρόσεξε κι εκείνη την αίσθηση της τρυφερότητας που μ' είχε συνεπά-ρει, και φαίνεται ανάδευε στο πρόσωπο μου. Μέ ρεψε ξαφνικά. - Ποιος είσαι; ρώτησε. Της είπα τ' όνομά μου. Απ' τα μάτια της πέ-ρασε μια λάμψη -δεν ξέρω να πω χρυσή ή όχι. Με ήξερε. Στο νησί όλοι λίγο ως πολύ γνωριζόμαστε. Ήξερε και την ιδιότητα μου. - Έλα, έλα μέσα, είπε αμέσως, ολότελ' αλλαγμένη. Θέλω να μιλήσω επιτέλους σ' έναν άνθρωπο που να με καταλάβει, να του δείξω ποια ήμουν και πώς με κατάντησαν...

- Μα είσαι, η "Δασκάλα", το ξέρω... Αγρίεψε: - Όχι! Αν εννοείς εκείνη την ηρωίδα του αναθεματισμένου του Μυριβήλη, όχι, δεν είμαι, δεν ήμουν. Αυτός ο άνθρωπος με κατάστρεψε μ' εκείνο το βιβλίο του. Όλη κι όλη η γνωριμία μας ήταν για λίγες στιγμές, όταν ήρθε στο σχολειό και μου 'φέρε τα θυμητικά του σκοτωμένου". Τίποτ' άλλο. Μόνος του σκαρφίστηκε έρωτες και τρέλες, και τις αράδιασε απερίσκεπτα στο μυθιστόρημα του δίχως λόγο, και ξέπεσα αμέσως στα μάτια της μικρής κοινωνίας μας, κι έγινα ο περίγελος και το σχόλιο του καθε μιανού, έτσι που δε με χωρούσε πια η γης.

Όχι σου λέγω! Ήμουν άλλος άνθρωπος εγώ! Ως και στο "Νουμά" του Ταγκόπουλου είχα στείλει πεζοτράγουδα μου κι άλλα πεζογραφικά κομμάτια μου. Μπο ρούσε σήμερα να 'μουν μια συγγραφέας, ίσως και καλύτερη από κείνον, αν δεν έκοβε αυτός το δρόμο μου. Έλα να σου τα δείξω αυτά που λέω, αν δε με πιστεύεις. Είχα άλλα όνειρα εγώ, όχι να μου κρεμά σει με το βιβλίο του αυτός μπόμπες και τενεκέδες στη φούστα μου. Δεν ήμουν η "Δασκάλα" του.
Ήμουν μια δασκάλα για τον εαυτό μου. Κι όμως χάθηκα... Έκλαιγε. Σβησμένα, απελπισμένα, μ' έναν τρό-πο που μαρτυρούσε μια ολοκληρωτική απόγνωση ότι δε χωρούσε πια η ζωή της καμιάν επανόρθωση, καμιά σωτηρία. Της έπιασα το χέρι.

- Ελάτε τώρα, ψιθύρισα, γαληνέψετε. Κι εκείνος είναι γέρος κι άρρωστος (εννοούσα τον Μυρι βήλη, που ζούσε τότε ακόμα), και στο κάτω-κάτω σας έκανε πασίγνωστη σαν πρόσωπο σ' όλη την Ελλάδα κι έξω απ' αυτήν. Μην τον θυμόσαστε μ' έχθρα.
- Δεν μπορώ. Παραπονιέμαι. Γιατί στάθηκε αδύνατο να σωτηρευτώ. Για όλη μου τη ζωή. Με κατά -στρεψε -δεν το καταλαβαίνεις; Μ' έβγαλε έξω απ' τον κόσμο μου, έξω απ' τον εαυτό μου. Για όλους τους άλλους δεν ήμουν εγώ, αλλά η "Δασκάλα" του Μυριβήλη. Αυτό ήταν χειρότερο κι από θάνατο! - Όχι, μην το πείτε, είσαστε μια Δασκάλα με χρυσά μάτια"...
- Βλέπεις πουθενά αυτό το χρυσάφι εσύ; Κοίταξε με και πες μου: το βλέπεις; Όχι, δεν το βλέπεις! Γιατί δεν είχα χρυσά μάτια ποτέ! Είχα τα δικά μου μάτια μονάχα. Κι όμως κι αυτά μου τα σβήσε, για να βάλει στη θέση τους τα ξένα, τα χρυσά της φαντασίας του....

Ήταν δυνατόν; Το πρόσωπο του μύθου κλωτσούσε το μύθο του, τον έβγαζε από πάνω του βίαια, λυσσα σμένα, τον ξέσκιζε, τον πετούσε, δεν τον ήθελε, τον έδιωχνε. Ήταν δυνατόν;
Από δω και πέρα δεν μπορούσα να συγκρατήσω τι άλλο έλεγε. Ίσως και να μην ήθελα τίποτ' άλλο να συγκρατήσω. Το βράδυ είχε πέσει, το σπίτι ήταν σκοτεινό, τα φύλλα του "Νουμά" έτρεμαν κιτρινισμένα στα χέρια μου, κ ι η γέρικη φωνή της χτυπιόταν απάνω στους τοίχους σαν χαμένη νυχτερίδα, που δεν ήξερε πια να βρει το δρόμο της και τη φωλιά της, τουλάχιστον να ηρεμήσει Κι ο μύθος; Ω, εκείνος είχε χάσει την αίγλη του, τα φτερά του είχαν διπλώσει, θαρρείς είχε μαζευτεί σαν δαρμένο παιδί σε μια σκοτεινή γωνιά, κι έκλαιγε, έκλαιγε δίχως τέλος. Βγήκα απ' το παλιό σπίτι θλιμένος και γυμνός. Κάτι είχα ανεπανόρθωτα χάσει, το 'νιωθα, μου ' λείπε.

Πέρασαν κι άλλα χρόνια. Δεν πήγα να την ξαναδώ, παρόλο ότι βρέθηκα κι άλλες φορές στο Μόλυβο, κοντά στο σπιτικό της. Εκείνη μου ‘στέλνε χαιρετίσματα. Έπειτα μου 'στειλε κι ένα νέο παιδί, να το βοη θήσω, λέει, στο δύσκολο δρόμο των γραμμάτων. Στο μεταξύ πέθανε κι ο Μυριβήλης. Και κάποιο μελαγ χολικό πρωινό διάβασα στις εφημερίδες την αποτρόπαιη είδηση:

"Η "Δασκάλα με τα χρυσά μάτια" αυτοπυρπολήθηκε. Είχε προσβληθεί από ημιπληγία. Περί έβρεξε τα ενδύματα της με φωτιστικό οινόπνευμα κι έθεσε πυρ. Υπέστη καθολικά εγκαύματα, στα οποία και υπέκυψε".
Άκουσα βαθιά τη φωνή της: "Ήθελα να 'μουν εγώ! Κι όμως μ’ έκαναν και μ' έβλεπαν σαν μια άλλη..."
Ένας μύθος κι ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο έφυγε. Τι νόημα έχει πια ο καταρρακωμένος κι απο γυμνωμένος του μύθος;

Close