ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
Close
ΜΑΚΑΡΙΑ: Η Λέσβος κι η πνευματική της άνοιξη

Αργύρης Εφταλιώτης

Στα βορεινά της Λέσβου είναι μια απόμερη αγκαλιά γης, κλεισμένη απ' ολόγυρα με στέρφα πέτρα, κι ανοιχτή μονάχα σ' ένα μέρος προς τη θάλασσα. Είναι η Εφταλού, η αγαπημένη εξοχή της Mήθυμνας,
του σημερινού Mολύβου. Η πέτρα, το γυροτρόγυρο σύνορο, ανεβαίνει αψηλά, στήνει ένα βουνό άδεντρο, απολήγει σε μια κορφή από όρθιους βράχους, που απάνω τους σπαθίζεται και κομματιάζεται σ' εκατομμύρια λάμψεις το καθαρό αιγαιοπελαγίτικο φως, για να ξακοντιστεί ύστερα στα πέρατα.

Η θάλασσα, χαμηλά, Είναι η τρυφερή αιολική θάλασσα, που στα φτερά των ανέμων της φέρνει πότε το κάλεσμα της φυγής απ' τις πελαγοσειρήνες, πότε το μήνυμα της αδήριτης επιστροφής στη γη. Η Εφταλού είναι ανάμεσα. Μια καρπερή λουρίδα από περιβόλια, νερά, ελιές, πεύκα. Κι ειρήνη. Ω, τι πλούσια που είναι η ειρήνη σ' αυτόν το τόπο! Περπατάς στον άμμο της ακρογιαλιάς, ή χώνεσαι μέσα στα περιβόλια, ή ανεβαίνεις μέσ' απ' τις ελιές, μέσ' απ' τα πεύκα, κι ακούς πάνω απ' το κεφάλι σου το φουρ-φουρητό που κάνουν τα φτερά του άγιου περιστεριού.

Είναι η ησυχία, η ηρεμία η πραότης, είναι ένα κάτι άπιαστο κι αόρατο, κι όμως αισθητό, μπαίνει μέσα σου, σε γεμίζει, το νιώθεις. Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβάλλον έτρεξε η παιδική ζωή του Κλεάνθη Μιχαηλίδη, του κατοπινού μας Αργύρη Εφταλιώτη. Αυτό το τελευταίο όνομα δεν είναι απλά ένα ψευδώνυμο, διαλεγμένο τυχαία. Η Εφταλού, στο έβγα της προς τη θάλασσα, εκεί, κατά τα δεξιά, έχει ένα ξωκκλήσι, τους Αγίους Αναργύρους. Τα καλοκαίρια η παιδική αχορτασιά αλώνιζε την περιοχή, έψαχνε, έπινε απ' τις πηγές ομορφιά, έπινε φως, γέμιζε αγάπη για τους δικούς του, για τους άλλους ανθρώπους, για όλον τον κόσμο, ύστερα έμπαινε στη σιωπηλή ερημιά του ξωκκλησιού, αντάμωνε με τη θεότητα που πρωί-βράδυ την προσκυνούσε η μητέρα του αγοριού. Η καρδιά του σιγά-σιγά γινόταν ένα μ' όλ' αυτά τα πράγματα.

Κι όταν ύστερα, δεκαεφτά πια χρονών, αναγκάστηκε να ξεπατριστεί, μετά το θάνατο του πατέρα του, του φωτισμένου εκείνου δασκάλου, του Κωστή Μιχαηλίδη (1820-1866), και ν' αναζητήσει την τύχη του στην ξενιτιά, ήταν φυσικό η ψυχή του να τα πάρει μαζί της, να πάρει μαζί της ολάκερη την Εφταλού. Λοιπόν απ' αυτήν έφκιαξε ένα καινούριο παρόνομα: Το Εφταλιώτης. Κι αντί για Κλεάνθης, θέλησε να λέγεται Αργύρης, απ’ τ' όνομα του ξωκκλησιού, που γιόρταζε ίσα-ίσα όταν γιόρταζε κι αυτός τα γεννέθλιά του, την 1η Ιουλίου. Αυτά, όχι για να μην ξεχάσει ποτέ τον τόπο του, αλλ' ακριβώς γιατί άνθρωποι, κι αέρας, και φως, και μνήμες, και ζωή αυτού του τόπου ήταν το ίδιο το μπογαλάκι του ξενιτευτή, ήταν τα ρούχα του, η πάστρα του, ο μέσα του κόσμος. Δε γινόταν να τον αποβάλει. Και τον κουβάλησε όπου πήγε κι όπου στάθηκε.

Στην Πόλη πρώτα, στο Μάντσεστερ ύστερα, στο Λίβερπουλ κατόπιν, έπειτα στη Βομβάη, και πιο έπειτα στο Παρίσι, και στην Αγγλία ξανά, και στερνά στην Αντίμπ. Και τον κράτησε σφιχτά πάνω του ως το τέλος της ζωής του, ποτίζοντας τον σαν χώμα ιερό με τα κρυφά δάκρυα του ξενιτεμένου, και κάνοντας τον να ξεπετά ολοένα φύτρες απ’ τις λαχτάρες της καρδιάς: πότε τραγούδια της ξενιτιάς, πότε νησιώτικους καημούς, πότε μεράκια -άρθρα, στίχους, κουβέντες, γράμματα, μελέτες, ιστορίες παραμυθιών κι ιστορίες απ' τη ζωή του Έθνους.

Και να συλλογιέται κανείς άτι ο Αργύρης Εφταλιώτης ήταν ένας έμπορος μόνο και τίποτ' άλλο,
μάλιστα ένας έμπορος που το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε σαν υπάλληλος -στους Rali Brothers- πότε στον έναν και πότε στον άλλον τόπο, κυνηγώντας αδιάκοπα, ως τα γηρατειά του, την τύχη του, τη δική του και της οικογένειας του. Κι όμως, πάντα έβρισκε τον καιρό, Ίσως κλέβοντας τον, να σκύβει μέσα του για ν' ακούει τη μεγάλη ελληνική κι ανθρώπινη καρδιά του να του υπαγορεύει με τη φλόγα της το χρέος να' ναι πάντα αυτό: άνθρωπος, δηλαδή μια πηγή αγάπης, με την έννοια της προσφοράς δίχως ανταλλάγματα. Γράφοντας κάποτε σ' ένα λεύκωμα για την ευτυχία, αράδιασε τούτες τις γραμμές: "Ευτυχισμένος
σε τούτον τον κόσμο μου φαίνεται πως είναι εκείνος που ήρθε εδώ για να κάμη κάτι, που το θαρρεί καλό για τους όμοιους του, και δουλεύει επίμονα ως το τέλος να το κάμη".
Τι άλλο θα μπορούσε να
χαρακτηρίσει καλύτερα την έννοια του δοσίματος, που δεν περιμένει το αντιδόσιμο, αλλ' ακριβώς γίνεται γιατί το ίδιο είναι μια ευτυχία; Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγήσει κανείς το ιερό πάθος του Εφταλιώτη, που λαμπάδιασε ολάκερη τη ζωή του μαζί με του Πάλλη και του ψυχάρη, για τη γλώσσα του λαού μας, ώστε να "γλυτώση το γένος από το σχολαστικισμό που το δέρνει και το ξεκουτιάζει";
Ήταν στη Βομβάη στα 1888. Εκεί αντάμωσε τον Πάλλη, που μετέφραζε κιόλας Ιλιάδα στη δημοτική.

Ο Εφταλιώτης δεν το αποκοτούσε ακόμα. Έγραφε, βέβαια, από καιρό στίχους στη γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών μας, μα τα πιότερα δοκιμάσματά του ήταν στην καθαρεύουσα. 'Όπου, τους ήρθε το "Ταξίδι" του Ψυχάρη. Το διάβασαν, λέει ο ίδιος, μονορούφι. Το θαύμα έγινε παρευθύς. Μες στον Εφταλιώτη ξύπνησε απρόσμενα η Λαχτάρα της Εφταλούς, η Λαχτάρα της ζέστης επικοινωνίας με τον τόπο του, με την πατρίδα του, με τους ανθρώπους της. Νά-την βαθιά η αγάπη, κι η νοσταλγία της γεννέθλιας γης, κι η ανάγκη για συνομιλία με τα πρόσωπα αυτής της γης. Η επικοινωνία δεν πετυχαίνει καλύτερα, παρά με τη γλώσσα που μιλά η μάνα στο παιδί, κι οι καθημερινοί άνθρωποι στους καθημερινούς ανθρώπους. Ο Εφταλιώτης το 'ξερε αυτό περισσότερο απ' τον καθέναν, τ' άκουγε που του το φώναζαν μέσ' απ' το στήθος του οι μυστικές φωνές εκείνης της μακρινής και μυθικής ακρογιαλιάς.

Η μητέρα του ήταν κιόλας μέσα του ένα ιερό πρόσωπο, ήταν η θεότητα του παιδικού παραδείσου, ήταν όλες οι μητέρες της ελληνικής πατρίδας. Και Πώς θα μπορούσε να της μιλήσει γλυκότερα, να της ξεφανερώσει εκφραστικότερα και πιο ζεστά τις εσωτερικές του συγκινήσεις, αν δεν άφηνε το αίσθημα του ν' απλώνεται ανεπιτήδευτα μπροστά της χωρίς μασκαρέματα και φκιασιδώματα, παρά γάργαρο κι ολόδροσο, όπως ακριβώς το νερό απ' την Κρυσταλλοπηγή; Να τι στάθηκε ξέχωρο χαρακτηριστικό και κίνητρο μαζί μες στον Εφταλιώτη, πέρ' απ’ οποιαδήποτε αξιολογική αποτίμηση της λογοτεχνικής του δουλειάς: αυτή η ανθρωπιά στην πιο πλατιά της έννοια, αυτή η αφειδώλευτη αυτοπροσφορά, αυτή η απέραντη αγάπη του για την Εφταλού του και τους δικούς του πρώτα, που έφτασε ύστερα να χωρέσει ολάκερο το Έθνος κι όλους τους ανθρώπους. Και τα βλέπουμε όλ' αυτά καταζώντανα, όχι τόσο μέσα στα πεζογραφήματα του ή τους στίχους του, όσο στ' αναρίθμητα γράμματα που έγραψε σε φίλους και σε συγγενείς, και προπάντων σ’ εκείνα προς τη μητέρα του και την αδελφή του.

Σώθηκαν απ' το χρόνο μια μεγάλη σειρά από τέτοια γράμματα. Είναι ακριβώς για τη "σεβαστή" του μητέρα, την Ελένη Κωστή Μιχαηλίδη (1830-1926) το γένος Κέπετζη, και για την "πολυαγαπημένη"
του αδελφή Ευρυδίκη, την κατοπινή (1887) σύζυγο του Γιάγκου Εμμανουήλ. Και τις δυο τις αποκαλεί έτσι, λατρευτικά πάντα, απ' την αρχή ως το τέλος, ως τα γηρατειά του.
Μπροστά στη μητέρα του στέκεται γεμάτος σεμνότητα, σέβας, κι αγάπη. Είναι ταπεινός, γιατί εκείνη είναι η κορώνα στο κεφάλι του, είναι η ανε-πανάληπτη απεραντωσύνη του κόσμου του, είναι το ιερό πνεύμα της Εφταλούς.
Μπροστά στην αδελφή του στέκεται τρυφερός, προστατευτικός, γλυκομίλητος. Γράφει και στις δυο τακτικά. Τους μιλεί για το σπιτικό του, για τη γυναίκα του, τα παιδιά του, τα όνειρα του. Αποφεύγει να τους γράψει για τα προσωπικά του βάσανα. Μόνο κάποτε-κάποτε του ξεφεύγει ένα παράπονο που ακόμα είναι φτωχός, κι άλλοτε ένα αναστέναγμα που, παρά την ηλικία του, δουλεύει σκληρά και κουράζεται. Τότε αφήνει να τον ξεχειλίσει η λαχτάρα για τον άγιο τόπο της παιδικής ζωής, την Εφταλού. Κι ονειρεύεται να επιστρέψει. Μετρά τις μέρες, φκιάχνει προγράμματα, κανονίζει δρομολόγια, σαν παιδί.

Κάποτε τ' όνειρο πραγματοποιείται πρώτη φορά το 1887, για το γάμο της Ευρυδίκης, και για λίγες μέρες, ύστερα για περισσότερες το 1905, το 1907, το 1909, το 1913, και τελευταία το 1922.
"Αί, παλιά χρόνια", γράφει στο "Αληθινό παραμύθι": "Βρίσκω πάλι τη χάρη σας και τη γλύκα σας. Βρίσκω στον αποκρέβατο με τα σύκα, τ' αρμάρι με τα γλυκά, τις τηγανίτες το πρωί πριν να φέξη, κάθετις που σοφίζονται οι μανάδες για να μας ξανακάνουν παιδιά, κι ας άσπρισαν τα μαλλιά μας".
Ωστόσο, κανένα όνειρο δεν κρατεί πολύ. Κι οι θείες μέρες περνούν τόσο γρήγορα. Η ανάγκη να γυρίσει στην ξενιτιά είναι αδήριτη. Παίρνει πάλι το καράβι του μισεμού. Δε γράφει για τον πόνο της καρδιάς αυτές τις ώρες. Διασκεδάζει την περίσταση. Μα με σ' απ' τις γραμμές του, ακόμα και χωρίς ο ίδιος να το επιδιώκει, διαχέεται -με πόση διάκριση- η μελαγχολία του.

Όλ' αυτά τα γράμματα είναι οι στιγμές του ανθρώπου, αυτές που παρά την καθημερινότητα τους, προσδιορίζουν τη θέση του και τη στάση του στη ζωή. Παρακάτω θα βρει ο αναγνώστης μερικά οπ' τα πιο αντιπροσωπευτικά. Είναι κατά χρονολογική τάξη, χωρίς κανένα άλλο ιδιαίτερο ξεχώρισμα. Μόνο, ύστερ' από κάθε γράμμα, ακολουθούν λιγόλογες σημειώσεις για πρόσωπα και πράγματα -για όσα χρειάζεται- ώστε να διευκολύνεται κανείς, κατά πως είναι βολετό, στην κατανόηση τους.

(Ακολουθούν 21 επιστολές και σημειώσεις που δεν έχουν καταχωρηθεί εδώ)
Close