| ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
| Close |
| ΜΑΚΑΡΙΑ: Η Λέσβος κι η πνευματική της άνοιξη |
Κώστας Μάκιστος |
| Ο Μάκιστος, παρ' όλο ότι ήταν συνομήλικος της συντροφιάς της
"Λεσβιακής Άνοιξης", εντούτοις δεν ήταν ενεργό μέλος της απ' την
αρχή, για λόγους που θα τους δούμε παρακάτω. Πάντως το έργο του, που
το διακρίνει ένα αρρενωπό λεσβιακό ύφος, συνταιριασμένο με υψηλές
ανθρώπινες νότες, μαρτυ> ρεί ότι η καταγωγή του έχει βαθιές ρίζες
μέσα στο πνεύμα και τις επιδιώξεις της ομάδας που α ναγέννησε τη
Λέσβο. Άλλωστε, ο κρυφός αλλά πλούσιος λυρισμός της πρόζας του, που τρέχει σαν μυ στικό ποτάμι κάτω απ' τον αφηγηματικό λόγο του, και δίνει μιαν ιδιαίτερη λάμψη όχι μόνο στις λέξεις του, αλλά και στα ίδια τα πράγματα, όσα εκφράζουν αυτές οι λέξεις, είναι χαρακτηριστικός της συγγέ νειας του συγγραφέα με τους άλλους ομογάλακτους του συγγραφείς του νησιού. Και δεν ήταν δυνατό να είναι αλλιώς. Γιατί η "Λεσβιακή Άνοιξη" διέχεε και διαχέει πάντα στην ατμόσφαιρα αυτού του τό που την έντονη αίσθηση της παρουσίας της, γράφοντας ζωντανή πνευματική ιστορία, αφού οι πρωτα γωνιστές της είχαν καταφέρει να πάρουν σημαντική θέση στη συνείδηση των συμπατριωτών τους, δη μιουργώντας με τις πολιτιστικές τους εκδηλώσεις και τους αντίστοιχους αγώνες τους για τη γλώσσα και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου μια υψηλότερη αντίληψη ζωής. Αυτή η αντίληψη άσκησε θετική επί δραση και στον Κάκιστο, κι επηρέασε ουσιαστικά το έργο του. Ο Κώστας Μάκιστος-Παπαχαραλάμπους γεννήθηκε το 1895 στην Αγία Παρασκευή Λέσβου, όπου και πρωτοδιορίστηκε δάσκαλος, ύστερα από μαθητεία πρώτα στα σχολειά του χωριού του, κι ύστερα στο ιεροδιδασκαλείο της Σάμου "Ανατολή". Απ' τα πρώτα σκιρτήματα του ανήσυχου πνεύματος του, αναζήτησε έναν ευρύτερο χώρο όπου θα μπορούσε ν’ απλώσει τις δυνάμεις του. Απ' τις τοπικές εφη μερίδες, που, εκτός απ' την τρέχουσα ειδησεογραφία, είχαν και πλούσια λογοτεχνική και γενικότερα πολιτιστική ύλη, μάθαινε τις δραστηριότητες των νέων της εποχής του στη Μυτιλήνη, την πρωτεύουσα του νησιού. Η καρδιά του ξεσηκωνόταν. Επικοινωνούσε μαζί τους. Αλλά δε γινόταν να εγκαταλείψει τη θέση του στο χωριό και να τρέξει στις γραμμές τους. Άρχισε να γράφει και να δημοσιεύει ποιήματα, διηγήματα, χρονογραφήματα, μικρά θεατρικά έργα για τα παιδιά του σχολειού του, πιο πολύ για να δίνει ένα παρόν και να τονώνει τον εαυτό του. Φυσικά αυτά τα κείμενα δεν παρουσιάστηκαν ποτέ συ γκεντρωμένα. Απλά έκαναν γνωστό τ’ όνομα του μέσα στα όρια του νησιού, χωρίς όμως και να καθιε ρώνουν σαν αξία το συγγραφέα τους, όπως συνέβη με τον Μυριβήλη και τη "Ζωή εν Τάφω", και τον Βενέζη και το "Νούμερο" του. Έτσι ο Μάκιστος παρέμενε ουσιαστικά άγνωστος. Το 1944, ωστόσο, ο Αγιοπαρασκευώτης συγγραφέας είχε στα χαρτιά του ολοκληρωμένο ένα πο λυσέλιδο χειρόγραφο. Τίτλος του: "Κουμής ο παρζαβλός", ο κατοπινός "Σίφουνας". Ήταν μια μυθιστο ρηματική καταγραφή ενός πλήθους τρομακτικά επώδυνων εμπειριών του πολέμου που τέλειωνε. Είναι άγνωστο γιατί το χειρόγραφο αυτό περίμενε να περάσουν πέντε ολόκληρα χρόνια για να εκδοθεί. Ό ταν όμως κυκλοφόρησε σε βιβλίο, η απήχηση του τόσο στο αναγνωστικό κοινό, όσο και στους κύκλους των διανοουμένων και των κριτικών ήταν εκπληκτική. Ο Αιμίλιος Χουρμούζιος έγραψε: "Ο συγγραφέ ας κατόρθωσε να δώσει το χρονικό τούτο της πείνας. με χρώματα τόσο έντονα, όσο Ίσως δεν πέτυχε κανείς άλλος ως σήμερα να δώσει". Κι η ποιήτρια Ρίτα Μπουμη-Παπά: "το πεζογράφημα αυτό μπορεί, ευθύς να συγκριθεί, σ' ομορφιά κι ανθρωπιά, με τα πιο άρτια της σύγχρονης πεζογραφίας μας". Και πραγματικά! Η ενάργεια αυτού του ιστορήματος της! στέρησης και της πείνας κι η ζεστή ανθρώπινη συμπάθεια του συγγραφέα που τυλίγει με τόση φροντίδα το δύστυχο ήρωα και τη φρικτή μοίρα του, όχι μόνο συναρπάζει, αλλά και κάνει τον αναγνώστη συμμέτοχο των δεινών που ταλάνισαν την αν θρωπότητα εκείνον τον καιρό του πολέμου. Ιδιαίτερα πρέπει να επισημανθεί ο έξοχος πρωταγωνι στικός ρόλος των γεγονότων σ' όλο το βιβλίο. Εδώ δεν έχουμε συγκρούσεις ανθρώπων μεταξύ τους εξ-αιτίας των διάφορων ψυχολογικών και ιδεολογικών δομών τους, ούτε με καταστάσεις που οι ίδιοι δημιουργούν, ούτε με απόρροιες της γραμμένης μοίρας του καθενός. Ο συγγραφέας περιορίζεται να περιγράψει τα δεινά που όλοι πάθαμε σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή, απ’ αφορμή γεγονότα ανεξέ λεγκτα από μας τους ίδιους. Και δεν είναι πια οι άνθρωποι που παίρνουν υπόσταση απ’ αυτά τα γε γονότα, όσο τα ίδια τα γεγονότα που αποκτούν ορατές διαστάσεις, καθώς σαραβαλιάζουν τους ανθρώπους. Κλασσική περίπτωση χρονικού. Όχι, βέβαια, ότι λείπει απ' το βιβλίο η ανθρώπινη ανά σα. Κι εδώ είναι το τραγικό. Τα πρωταγωνιστικά γεγονότα βάζουν συνέχεια τους ανθρώπους να παίζουν ρόλους όπως αυτά θέλουν. Κι εκείνοι, κεντρισμένοι απ' τις ίντριγκες, τις παγίδες, τους παραλογισμούς, και τις τρέλες που τα γεγονότα δημιουργούν, γίνονται μαριονέττες, φιγούρες αστείες μέσα στον ευτελισμό τους, αλλοιωμένα παίγνια στη διάθεση ασήμαντων περιστατικών, που θαρρείς κάθονται παράμερα και πάρακολουθούν χλευαστικά τη σπαραξικάρδια ανθρώπινη κατά ντια. Τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση του "Σίφουνα", το 1953,0 Κάκιστος παρουσίασε στα γράμματα μας το πρώτο του μυθιστόρημα, τον "Στρατήγαρο". Όπως είναι εύκολο να μαντέψει και μόνο απ' τον τίτλο κανείς, το βιβλίο τούτο ανήκει στην κατηγορία των αφηγημάτων της λεσβιακής λεβεντιάς -εκείνης της ωραίας, της θαυμαστής. της ζηλευτής λεβεντιάς, που δεν είναι μονάχα δύναμη σωματική, αλλά κι ανωτερότητα ψυχής, και γι' αυτό ακριβώς εγγίζει τα όρια του μύθου. Άς θυμηθούμε ότι η αιολική περι οχή έδωσε στα νεοελληνικά γράμματα τους περισσότερους λεβέντες της λογοτεχνίας μας, όπως τον "Μαρίνο Κοντάρα' Ο Εφταλιώτης, τον "Βασίλη τον Αρβανίτη" ο Μυριβήλης, τον "Αντώνη Παγίδα" ο Βενέζης με την "Αιολική Γη" του, τον "Στρατήγαρο" ο Μάκιστος, τον "Νταή Παναγιώτη" ο Κλεάνθης Παλαιολόγος, τον "Μιχάλη τον Λιόντα" και τον "Ψαρόγιαννο" ο Χατζηαναγνώστου. Πρόκειται για μορ φές κυριαρχικές κι απαράμιλλες, που υπερκαλύπτουν την εποχή τους και τα πράγματα του τόπου τους, και γι' αυτό θα μείνουν για πάντα στα γράμματα μας. Θ' άξιζε, αλήθεια, να μελετηθεί ιδιαίτερα το φαι νόμενο, για την κοινωνική και ιστορική σημασία του. Αλλ' ας γυρίσουμε στον "Στρατήγαρο". Το βιβλίο αυτό θεωρήθηκε θεμελιακό της λογοτεχνίας μας. Προσωπικά το είδα σαν ένα βουκολικό ποίημα, σαν μια ποιμενική συμφωνία. Εδώ, σ' αντίθεση απ' τον "Σίφουνα", πρωταγωνιστεί η φύση, όχι απλά σαν περιβάλλον ή σαν πλαίσιο που μέσα του διαδραματίζονται τα γεγονότα, αλλά σαν εξουσιαστική παρου σία, που παίρνει τις διαστάσεις της μοίρας. Και, φυσικά, οι άνθρωποι που βλέπουμε να κινούνται ανά μεσα στα πευκόδασα, στα ράχτα, τους ήλιους, τα φεγγάρια, και τις αστιβές, είναι στοιχεία αυτής της φύσης, φυτρωμένα μέσ' απ' τη γη, με ένστικτο δεντρικού ή ζωντανού, πλασμένα να κουβαλούν στα μονοπάτια του κόσμου το πνεύμα του πανάρχαιου θεού της δημιουργίας. Δε νοιάζεται ο συγγραφέας να μας εξηγήσει τίποτα ξεχωριστά. Παίζει συνέχεια, σαν τους ανατολίτες μουσικάντες το ζουρνά και το νταούλι του, γνέθει το μύθο του, βγαίνουν οι σκοποί του και χορεύουν στον αέρα, σε μεθούν σαν να πίνεις δυνατό λεσβιακό ρακί. Και με τι θαυμάσιο λόγο! Μια γλώσσα σερνικιά, περήφανη, χυμώδη, που σε τρυπά ως την καρδιά, και σε σηκώνει μαζί της και χορεύεις κι εσύ ξοπίσω απ' τα πάθια, και τους κα ημούς, και τα ονείρατα, και τις φαντασίες, που περνούν και ξαναπερνούν σαν άνεμος βαρύς κι αντρίκι ος μέσ' απ' τις σελίδες του βιβλίου. Έτσι τ' όνομα Στρατήγαρος ξεφεύγει απ' τα όρια του, γίνεται η κυρί αρχη έννοια του μύθου, αυτή που τυλίγει με το ίδιο μαγνάδι και τα δέντρα, και τις πέτρες, και τα ρου μάνια, και τα γίδια, και τα σύννεφα, και τον αγέρα, και τους χωριάτες εκείνης της παρθένας γης. Τρίτο βιβλίο του Μάκιστου είναι ο "Τάραχος", μια σειρά από διηγήματα, γραμμένα προφανώς σε διάφορες χρονικές στιγμές. Τα μάζεψε και τα εξέδωσε το 1957. Πρόκειται για μικρές ιστορίες, λαξεμ> νες θα 'λεγε κανείς σε χοντρό ροζιάρικο ξύλο, με κείνη την ποίηση του πρωτόγονου, σαν λαϊκή τέχνη που δεν επιθυμεί, μήτε προγραμματίζει να σ' εντυπωσίασει, παρά μονάχα να εκφράσει με τη μονότονη μελωδία της τις εσώψυχες αντιδράσεις του συγγραφέα απέναντι σ' ορισμένα γεγονότα ή περιστατικά, και τίποτ' άλλο. Ας σημειώσουμε εδώ ιδιαίτερα το διήγημα "Ορτύκι", που το ισοζύγιασμα του υλικού του, πλασμένου μαστορικά μέσα σ' ένα κλίμα θλιμμένου, κρυφού λυρισμού, δημιουργεί προεκτάσεις για τον άνθρωπο και τη μοίρα του. Τέταρτο βιβλίο του συγγραφέα ήταν μια πολυσέλιδη και πάρα πολύ ενδιαφέρουσα ιστορική και λαογραφική έρευνα, η "Σελλάδα Αγίας Παρασκευής", ενώ αμέσως κατόπιν ακολούθησε το μυθιστόρη μα "Οι ταματάρηδες", ένα βιβλίο με φιλοσοφημένη κι ισορροπημένη αρσενική γραφή, που ανεβάζει τον Μάκιστο σ' ένα απ' τα ψηλά σκαλοπάτια του νεοελληνικού λόγου. Απ' τις πρώτες-πρώτες κιόλας σελίδες του αισθάνεται κανείς να βυθίζεται σ' έναν αμιγή μυθιστορηματικό χώρο, απ' όπου αναδύο νται αβίαστα, μια-μια, σχεδόν ολοκληρωμένες οι φυσιογνωμίες του βιβλίου, ενώ ταυτόχρονα νιώθει να τυλίγεται απ' τη λεσβιακή ατμόσφαιρα, απ' τον αέρα του νησιού κι απ' το κλίμα του. Είναι ένα κείμενο γεμάτο απ' τον πλούσιο και χαριτωμένο ιδιωματικό λόγο του τόπου, με τον παρθένο λυρικό τόνο του. Απ' αυτήν την άποψη "Οι ταματάρηδες" έχουν και μια πρόσθετη αξία για τη λεσβιακή γραμματολογία, αφού περισώζουν κι ένα σωρό λαϊκές λέξεις κι εκφράσεις, που αλλιώς χάνονται με τον καιρό. Υπήρξε και έκτο βιβλίο του Μάκιστου, η ιστορικολαογραφική έρευνα "Τ' Τσυουσιού η μάνα" που εκδόθηκε το 1978, και τέλος το έβδομο, του χώρου της πεζογραφίας, "Νουβέλες και διηγήματα", 1981, για το οποίο δε θα μιλήσουμε ιδιαίτερα, μια και εντάσσεται στο γενι κότερο συγγραφικό κλίμα του συγγραφέα μας. * * *
Ύστερ' απ' την παραπάνω γενική θεώρηση του έργου του Κάκιστου, θα
μπορούσε να τεθεί το ε ρώτημα: και τι πρόσφερε το έργο αυτό στη
Λέσβο; Ας σκεφτούμε ότι η Λέσβος είναι ένα αιώνιο κι ασώπαστο επικό
τραγούδι, καμωμένο από χώμα, νερό, κι αγέρηδες, από ήλιους
πυρίφλεγους και παθιασμένα φεγγάρια, από δέντρα χίλιω-λογιώ και α πό
ελιές, από πεύκα που κυριεύουν τα ξάγναντα και κατρακυλούν νικηφόρα
ως τις εσχατιές της μικρής νησιώτικης γης, από θάλασσα και κύματα
που κάνουν συνέχεια έρωτα με τα γελαστά της ακρόγιαλα, από νύμφες,
και φαύνους, και πάνες, και παραμύθια, από ίσιους άντρες γεμάτους
μεράκι και λεβεντιά, κι από γυναίκες με τη σφραγίδα της γλύκα στο
πρόσωπο, από ποίηση, από φως, από ομορφιά μιαν ο μορφιά που την
κουβαλούν ανώνυμα μέσα του όλοι οι άνθρωποι του νησιού.Στα τόσα χρόνια μια φορά γεννιέται κι ένας συγγραφέας στη Λέσβο, πιάνει το μολυβί του και ζωγραφίζει με λέξεις τούτη τη μαγεία, φκιάχνοντας τον καθρέφτη της λεσβιακής ψυχής, όπου οι Λεσβίοι βλέπουν το πρόσωπο τους και χαίρονται, και το βλέπει κι ο άλλος κόσμος και το θαυμάζει και το αγαπά. Ένας απ' αυτούς τους συγγραφείς υπήρξε κι ο Μάκιστος. Και μόνο ότι μίλησε για το νησί. και τους ανθρώπους του φτάνει για να εκτιμήσουμε την προσφορά του. Ο Μάκιστος γεννήθηκε χο 1895 στην Αγία Παρασκευή Λέσβου και πέθανε στην Αθήνα το 1984. Έργα του: "Σίφουνας", νουβέλα της πείνας, 1949.- "Στρατήγαρος” μυθιστόρημα, 1953. - "Τάραχος", διη γήματα, 1957.-"Η Σελλλάδα Αγίας Παρασκευής", ιστορική έρευνα, 1970. -"Οι ταματάρηδες", μυ θιστόρημα, 1974. -"Τ' Τσυουσιού η μάνα", λαογραφική-ιστορική έρευνα, 1978. - "Νουβέλες και διηγή ματα", 1981, |
| Close |