ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
Close
ΜΑΚΑΡΙΑ: Η Λέσβος κι η πνευματική της άνοιξη

Στρατής Μυριβήλης


Αυτό που λέμε καλλιτέχνης κι αυτό που λέμε άνθρωπος δεν είναι δυο ξεχωριστές οντότητες με διάφορη ο καθένας μοίρα και διαφορετική πορεία στη ζωή. Αντίθετα, είναι δυο ομόκεντροι κύκλοι, δυο ενότητες που υπάρχουν η μια μέσα στην άλλη, κι η μια είναι γεννημένη απ' την άλλη. Είναι δυο παράλ ληλες αξίες, που αποκτούν νόημα όταν π μια δίνει το χέρι στην άλλη και περπατούν αντάμα στο δρόμο της ανθρώπινης ιστορίας. Φυσικά τα παραπάνω, για να τα εκτιμήσουμε σωστά, πρέπει να τα δούμε κάτω απ' το πρίσμα του συγκεκριμένου χρόνου όπου αναπτύσσει τη δράση του το άτομο, και του τόπου όπου γεν νιέται και μεγαλώνει.
Ο χρόνος, η εποχή, είναι το πλαίσιο του κλίματος που σημαδεύει την ίδια τη μοίρα του δημιουργού σαν δημιουργού, αφού οποιοδήποτε έργο του έξω αυτού του χρόνου τοποθετεί κι εκείνον έξω της εποχής του. Ο τόπος, η ιστορία του, αλλά κι η φυσιογνωμία του η εδα φολογική και μορφολογική, συνιστούν υπόβαθρα, που θεμελιώνουν κατά κάποιο προσδιοριστικό τρόπο τις κατοπινές θέσεις και στάσεις του δρώντος ατόμου μες στη ζωή. Μ' αυτά τα δεδομένα δεν είναι άμοιρο της ανάπτυξης κι εξέλιξης του Στράτη Μυριβήλη το γεγο νός ότι γεννήθηκε στη Λέσβο, σε μια περίοδο αναγεννημού της.

Ανάσανε τον καθαρό αέρα των βουνών της, γεύτηκε τη δροσιά της θάλασσας της, κι έζησε τη χαρά της απελευθέρωσης απ' έναν ζυγό τε τρακοσίων πενήντα χρόνων, για να τη δει να μπαίνει σε μια καινούρια ζωή, αυτήν που κιόλας αναρίπιζε ο αέρας της Ευρώπης. Επιπλέον, η ανήσυχη νιότη του πατούσε το πόδι της στον νέο αιώνα, και τα συμ βαίνοντα στη χώρα μας στις δυο πρώτες δεκαετίες του ήταν φυσικό να τον συναγείρουν. Η ήττα του '97 σφράγισε με την πίκρα της την εφηβεία του. Η επανάσταση στο Γουδί το ‘09, κι η απελευθέρωση του νησιού το ‘12, ύστερα, του 'δωσαν φτερά. Πήρε μέρος στον πόλεμο για τη Μεγάλη Ιδέα. Και στάθηκε αυτόπτης μάρτυ-ρας κατόπιν της καταστροφής του '22. Όλ' αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα δεν μπο ρούσαν παρά να ερεθίσουν το δημιουργικό του ένστικτο απ' όπου ξεπήδησε το έργο του συγγραφέα μας, που στάθηκε η δεσπόζουσα μορφή της νέας λεσβιακής παράδο-σης. *

Η Λέσβος είναι μια γη μαλακιά, με γραμμές σαν παιχνίδι, με λόφους σαν θηλυκά φουσκώματα, και με κόρφους βαθιούς που φέρνουν τη θάλασσα ως μέσα στα σπλάχνα της, έτσι που ο φορτωμένος δρό σο κι αρμύρα αγέρας να περνά πάνω απ' όλο το πρόσωπο του νησιού, κάνοντας τα δέντρα του να κυ ματίζουν και ν' ασημίζουν, προπάντων τις ελιές, αυτά τα πανάρχαια φυτικά αναστήματα που προχω ρούν ως κάτω στ' ακρόγιαλα, μέσα στις αυλές μας, δίπλα στα σπίτια μας, αψηλά στις κορφές των βου νών μας.

Ένα τέτοιο βουνό, προς τα βορεινά του νησιού, έχει τ' όνομα: Μυριβήλη. Είναι άξια προσοχής η λυρική χάρη κι η μουσικότητα της λέξης. Θαρρώ αυτό και μόνο φτάνει για να εξηγήσει την ποιότητα του αισθήματος ενός λαού, που κάνει ποίηση ακόμα και με τα ονόματα των βουνών του. Και θαρρώ πως φτάνει για να εξηγήσει και την καλλιτεχνική υφή του συγγραφέα που διάλεξε αυτό το όνομα. Φυσιογνωμία αρρενωπή και αρσενικό ήθος ωστόσο καρδιά τρυφερή, ποιητική, αλλά και νους θε τικός, καλολογαριασμένος, ο Μυριβήλης θα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν περισσότερο ένα ένστικτο λαϊκό, ξεκινημένο απ' τις ίδιες τις ρίζες απ’ όπου ξεπετιούνται τα δέντρα, τα ποτάμια, τα νερά τα ζωντανά, τα φύλλα, κι οι καρποί, κι ήρθε με θαυμαστή πληρότητα να στήσει δίπλα στ' αυτί μας τη μουσική της τέχνης του, για να μας καταδείξει ότι η πιο μεγάλη μας αξία σαν ανθρώπων είναι να μην ξεχνούμε αυτό ακριβώς: ότι είμαστε άνθρωποι δηλαδή πλάσματα της φύσης, πλάσματα του κόσμου αδέλφια της ίδιας χαράς και της ίδιας λύπης, παιδιά της ίδιας μοίρας. Κι αυτό είναι μια ελευθερία και να το στοχαζόμαστε και να το λέμε. Κι είναι η δύναμη που μπορεί να μας σηκώνει πάνω απ' τα εγκόσμι α, να μας πλησιάζει ίσαμε το Θεό "Νιώθω" λέει κάπου ο ίδιος, "σαν ουσία ζωής την αρμονική συνύ παρξη και τη ρυθμική διαδρομή του ατόμου μέσα στους μεγαλόπρεπους κύκλους του ανθρώπινου σύ μπαντος, και του θεϊκού σύμπαντος, που είναι το φυσικό σύμπαν.

Ξέρω πως υπάρχουν μέσα μας ακα τάλυτες ρίζες που μας δένουν με τους τριγυρινούς ανθρώπους και με τη γη, που χιλιάδες χρόνια τους> το ανέστησε και τους έθρεψε, και πάλι θα τους δεχτεί σαν υλικό δικό της, και πάλι θα τους ξαναδώσει υε την ίδια τάξη. Όποια κι αν ήταν η πατρίδα μου δε θα’ γαπούσα λιγότερο τη φυσική και την ιστορική πραγματικότητα που μου 'δωσε το ακριβό δώρο της ζωής".

Κι αλλού: "Όλη η μεγάλη ιστορία είναι να ζει κανείς άγρυπνα και να βυζαίνει το φως, και τους ήχους, και τα χρώματα, και τους ανέμους, και τις ιδέες, και τα κύματα, και τη γη, και τον ουρανό, μ’ όλες τις άπειρες αισθήσεις του, που δεν τις ξέρει, παρά μονάχα χαίρεται το γάλα τους, όπως το βρέφος αγνοεί τη ρόγα της νέας μητέρας". Για τον Μυριβήλη η σύμπασα φύση είναι η μεγάλη μάνα, η ποίηση της ζωής. Η ζωή, βέβαια, είναι έκφραση της ανθρώπινης πραγματικότητας. Και λοιπόν η φύση είναι η ποίηση του άνθρωπου.

Έτσι προχωρώντας, μπορούμε να κατανοήσουμε την οικείωση του φυσικού ανθρώπου με τον περί γυρο του, να δούμε καθαρά την αλήθεια του, και να μπούμε στα μυστικά της τέχνης ενός συγγρα φέα που υπήρξε αδελφός με τη φύση όλα του τα χρόνια. Αυτή η τελευταία φράση ας μη θεωρηθεί τεχνητή. Γιατί η φύση στο έργο του Μυριβήλη δεν είναι επίπλαστη, δεν είναι ένα στοιχείο που προσφέ ρεται διακοσμητικά. Αντίθετα, είναι ουσία, κάτι που συντροφεύει αναπόσπαστα την ανθρώπινη ζωή, δένεται μαζί της σε μιαν απαρασάλευτη ενότητα, και γι’ αυτό δεν μπορεί να νοηθεί χωριστά, όπως ούτε κι ο άνθρωπος μπορεί να νοηθεί χωρίς εκείνη. Μέσ' απ' τις γραμμές της παραπάνω αναγκαιότητας ξεκίνησε η δημιουργική δραστηριότητα του Μυριβήλη.

Το παθιασμένο αγκομαχητό των μεγάλων κοινωνικών ομάδων μέσα στις αχανείς γιγαντο πολιτείες των ημερών μας ξεστράτισε τα άτομα σε δρόμους και μονοπάτια ολότελα έξω απ' τον προ ορισμό τους και τη μοίρα τους. Η ιστορία έγινε υπόθεση μαζών, που, μες στον κουρνιαχτό και τη βουή τους, παρά την αγνότητα των προθέσεων και το δίκαιο των αιτημάτων, ο δυστυχισμένος άνθρωπος έχασε τα όνειρα του, τους σκοπούς του, τον εαυτό του, ενώ σύγκαιρα, τα μεγάλα ρεύματα που τον παράσερναν, τον απόκοψαν απ' τις ρίζες του, απ' τη γη απ’ τον ουρανό του, απ' το σπίτι tου, απ' τα αίματα του, απ' το φυσικό του περιβάλλον.

Ο Μυριβήλης, μια χορδή παραπάνω από ευαίσθητη, ήχησε και μόνο που ακούμπησαν πάνω της τα μεγάλα γεγονότα της εποχής του αυτά τα γεγονότα που υ πήρξαν κυρίως αποτέλεσμα του παραπάνω ξεστρατισμού. Είδε κοπάδια τους ανθρώπους να σκοτώνο νται. Άκουσε τις ιαχές των άλλων, που, νικώντας, πηδούσαν πάνω απ' τα χαρακώματα των νικημένων και πληγωμένων και τους αποτελείωναν. Μέσ' απ' το αμπέχωνο του στρατιώτη, σπαραγμένη η τρυφε ρή του καρδιά, η γεμάτη ακόμα απ' τα οράματα των ειδυλλίων της λεσβιακής πατρίδας, έτσι όπως απ’ τα παμπάλαια χρόνια τ' αναπαράσταιναν ασταμάτητα σ' όλο το πλάτος και το μήκος του νησιού η ευδί α, κι η ειρήνη, κι η αρμονία, κι η αγάπη, πίσω λοιπόν απ' αυτό το βρώμικο αμπέχωνο του στρατιώτη που σκότωνε και σκοτωνόταν, εκείνη η απελπισμένη καρδιά, βουρκωμένη, πνιγμένη, χτυπού-σε δυνα τά σαν ταμπούρλο την ασυμφιλίωτη διαμαρτυρία της. Η γη, άνθρωπε, μας ενώνει-φώναζε. Πώς γίνεται τώρα αυτή η ίδια γη να μας χωρίζει;
Ο πόλεμος ήταν, βέβαια, μια σημαία. Μα ήταν οπωσδήποτε και μια λύση; Ήταν, έστω, μια αναπόδραστη μοίρα, μια διέξοδος, ίσως μια αναπόφευκτη ανάγκη. Αλλά για τον απλό ανώνυμο άνθρωπο, αυτό το τυραννισμένο πλάσμα της γης, τι ήταν;

Όλ' αυτά τα ερωτηματικά και οι αγωνίες του συγγραφέα αποτυπώθηκαν σε μια πρώτη σειρά διη γήματα, τις "Κόκκινες ιστορίες", που κυκλοφόρη-σαν το 1914 στη Μυτιλήνη. Αμέσως το βιβλίο μπήκε σ' όλα τα σπίτια του νησιού, ακριβώς γιατί εξέφραζε τις ίδιες ανησυχίες των νησιωτών. Ήταν μια έκδοση μικρή, επαρχιώτικη, σ' ευτελές χαρτί τυπωμένη. Ωστόσο, κάτω απ' τις σαρκώδεις λέξεις της, έτσι όπως ζωγράφιζαν μια εικόνες πολεμικές, και σίφουνες, κι αντάρες, και μια απλές, λιτές μορφές της ανεξίκακής καθημερινής νησιώτικης ζωής, μάντευε κανείς τον όργο που υπόκωφα ανατάραζε τα βάθια του συγγραφέα, μάντευε ότι ήδη ετοιμαζόταν ο λόγος ο βαρύς, ο μεγάλος, αυτός που θα προέβαλε στο φως μ' έναν τρόπο θετικό κι αντρίκιο όχι πια ανησυχίες κι αγωνίες, αλλά την έντονη διαμαρτυρία του ειρηνικού ανθρώπου, την ίδια την ανθρώπινη ψυχή. Κι η μεγάλη ώρα ήρθε: ήταν αυτή της "Ζωής εν τάφω". Βιβλίο του πολέμου την αποκάλεσε ο συγγραφέας της. Πιο σωστό θα 'ταν να την πει κανείς βιβλίο της ειρήνης και της ζωής.

Γιατί μέσ' απ' τα πολεμικά χαρακώματα των σελίδων της, και τα συρ ματοπλέγματα της, και τις μπόμπες, και τα αίματα, και τα ματσισμένα ανθρώπινα κρέατα, ξετινάζεται προς τα ύψη, σαν πουλί που γυρεύει τον ουρανό του, η ίδια η ζωή με τις χίλιες της φωνές και τις χίλιες ομορφιές της, αυτή η μόνη σωστή διάσταση, η ικανή να πλαισιώσει έναν ανθρώπινο θρί-αμβο αντάξιο της ομοίωσης του Θεού. Θα τη βρούμε σε κάθε σελίδα του βιβλίου, σε κάθε αράδα του, σε κάθε λέξη του, και θα νιώσουμε ζεστή την ανάσα της να μας περιτρέχει το πρόσωπο ή να μας αγγίζει την καρδιά, πότε σαν μνήμη ειρήνης, πότε σαν όραμα φανταστικό, πότε σαν παραμύθι, σαν τραγούδι, ακόμα και σαν κλάμα, σαν απελπισμένη φωνή ή σαν νοσταλγία, σαν επιθυμία ερωτική, σαν μια παπαρούνα  μια τόση δα μεγάλη καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα, γεμάτη χαρά, χρώματα, γεροσύνη..." -όπως γράφει ο ίδιος.

Και θα την ακούσουμε να μιλεί σ' όλους τους τόνους και σ' όλες τις κλίμακες μιας απαράμιλλης μελωδικότητας, που όχι μόνο θέλγει και γοητεύει, αλλά και πα ρασύρει, και κατακτά, κι ανεβάζει την αίσθηση ως το πιο αψηλό σκαλί της ανθρώπινης έξαρσης. Η φω νή του Μυριβήλη στη "Ζωή εν Τάφω" είναι ένα πηγαίο ανάβρυσμα ψυχής, μια έκφραση χωρίς επιτή δευση, χωρίς εκείνο το περίτεχνο και κατασκευασμένο σμίλεμα, αλλά όλη, πέρα για πέρα, μια δύναμη που ξεκινά θαρρείς ολόισια μέσ' απ' το ζεστό σπλάχνο της ίδιας της λεσβιακής γης τις μεστές ώρες που μυρμιδίζει μέσα της η άνοιξη κι ο δυνατός έρωτας. Αυτή η φωνή με τον αβίαστο χαρακτήρα, μ' εκείνην την εσωτερική διαύγεια που έχε μονάχα το κρύσταλλο νερό της πηγής, ενορχηστρωμένη πάνω σε μοτί βα, θα έλεγα, δημοτικού, λαϊκού τραγουδιού, κατέγραψε στο ενεργητικό της νεοελληνικής λογοτεχνίας την πρώτη μεγάλη νίκη των γραμμάτων μας: η ξεστρατισμένη παράδοση μας, που μια πολεμούσε να 'βρει το δρόμο της στα μονοπάτια της ηθογραφίας, σχεδιάζοντας καρικατούρες της ελληνικής υπαί θρου, δίχως καμιά στοχαστικότερη αναζήτηση, και μια προσανατολιζόταν προς τις ασχημάτιστες ακό μα μορφές της νέας μας κοινωνικής ζωής, έτσι όπως βλαβερά τη διαμόρφωναν οι ξενικές επιδράσεις, οι πιθηκισμοί και οι μόδες, η παράδοση μας λοιπόν βρήκε ξαφνικά, μέσα σε μιαν εκτυφλωτική αστρα πή αυτεπίγνωσης την ταυτότητα της.

Με τη "Ζωή εν Τάφω" μπορούμε να το πούμε αδίστακτα ότι τα ελληνικά γράμματα βρήκαν την αυτοπεποίθηση τους, ενώ σύγκαιρα ένιωσαν να ξανοίγεται μπροστά τους ο πλατύς ορίζοντας μιας λογοτεχνίας, που, πέρα απ’ τις ισχνές, στενά τοπικιστικές αναζητήσεις, είχε το δικαίωμα και μπορούσε να εκταθεί στο εύρος που όριζε όχι μονάχα ο ευρωπαϊκός, αλλά ο πα γκόσμιος άνθρωπος. Πιο απλά: με τη "Ζωή εν Τάφω" τα ελληνικά γράμματα ξεπέρασαν τον ίσαμε τότε γνωστό εαυτό τους, κι ανέβηκαν μ' ένα πήδημα τις σκάλες της Ευρώπης.

Από δω και πέρα ο δρόμος για τους νεώτερους ήταν πια ανοιχτός -ένας δρόμος που θα οδη γούσε στις πλατιές στράτες όπου ανταμώνει ο άνθρωπος τον άνθρωπο τόσο σαν πρόβλημα όσο και σαν μοίρα. Και σ' αυτό το σημείο θα πρέπει να τονιστεί ότι τούτο το λεσβιακό βιβλίο στάθηκε δίπλα στην Ευρώπη όχι μονάχα γιατί παρουσίαζε ομοιότητες θέματος ή στάσης με άλλες ανάλογες ευρωπαϊ κές εκδηλώσεις, όσο γιατί, κυριότατα, ήταν αυτό το ίδιο και θέμα, και στάση, και θέση υπεύθυνη απέ ναντι της μια πολεμική ήττα και μιαν ηθική απογοήτευ-ση. Η πνευματική ισορροπία της φυσικής ζωής> είχε διασαλευθεί απ' ένα σωρό αντίνομα κι αντίρροπα βιώματα, που, ακαταλάγιαστα μέσα του, δεν τον άφη-ναν να κοινωνήσει ξανά, άμεσα και ζωντανά, την α-πλή χαρά των πραγμάτων και των όντων. Παρ' όλ' αυτά το επιχείρησε, ερεθισμένος απ' τα χρυσά μάτια μιας γυναίκας του τόπου. Γράφει ο ίδιος: "...Την κοίταζε, κι έβλεπε τα μάτια της ν' ανοίγονται διά-πλατα, να μεγαλώνουν πελώρια. Ήταν δυο με γάλες στάλες, χρυσές, που γέμιζαν το πρόσωπο της, κατόπι τον αντικρυνό τοίχο, κατόπι όλη την κάμα ρη. Ένας κόσμος ολάκερος χρυσός, ολόχρυσος, ένας κόσμος απίθανος. .."

Ήταν η "Δασκάλα με τα χρυσά μάτια". Ήταν το πρόσωπο της ειρηνικής ζωής. Πα σύγχρονα ήταν μάτια, και πρόσωπο, και κόσμος, απίθανα, έξω απ' τις δυνατότητες μιας φυσιολογικής παραδοχής. Ένας καινούριος αγώνας άρχιζε, αυτός της προσαρμογής στα δεδομένα που ήταν πριν πίστη, κατάστα ση, που ήταν κήρυγμα, κι όνειρο, και νοσταλγία, κι όμως άξαφνα η επιστροφή τα τοποθετούσε έξω απ' τον κύκλο που όριζε η σκοτεινή κι αλλόκοσμη βίωση των χαρακωμάτων.

Η βαθιά λαχτάρα της ζωής, το αναφαίρετο αίτημα του υπάρχειν μέσα στον απέραντο κόσμο, με τη δύναμη που είχε τανύσει τα φτε ρά της, εκεί, στη φρίκη των πεδίων του αλληλοσκοτωμού, θαρρείς έφτασε και ξεπέρασε τον ίδιο της ε αυτό, κι έχασε την επαφή με τη γη μας. Καρπός αυτουνού του κλίματος η "Δασκάλα με τα χρυσά μά τια", στάθηκε η αναζήτηση αυτής της επαφής κι η επανάκτηση της. Αλλά μια επανάκτηση που είχε πια μέσα της όλα τα στοιχεία μιας συνειδητοποιημένης πληρότητας ότι η γη, η φύση γύρω μας, η ζωή που μας περιβάλλει είναι και πρέπει να είναι πάντα το ουσιαστικότερο περιεχόμενο του βιβλίου όπου κα ταγράφεται η ιστορία της ανθρώπινης περιπέτειας.

Ειπώθηκε από μερικούς πως το βιβλίο αυτό, παρ' όλα τα γνωρίσματα της τέχνης του συγγραφέα της "Ζωής εν τάφω", δεν έφτασε, σαν καλλιτεχνικό επίτευγμα, θεωρούμενο γενικά, το ύφος του πρώ του και θεμελιακού βιβλίου του Μυριβήλη. Μα κι αν ακόμα έχουν έτσι τα πράγματα, πάλι θα πρέπει να δεχτούμε ότι ήταν μια πραγμάτωση απαραίτητη για την εξελικτική διαμόρφωση του έργου νοούμε νου εδώ σαν υπεύθυνης πράξης ζωής του συγγραφέα. Και σαν τέτοιο έχει τη δική του αδιαμφισβήτητη αξία, πολύ περισσότερο γιατί απ’ ένα ζωντανό, υπαρκτό πρόσωπο, έφκιαξε ένα πρόσωπο του μύθου, που μπορούσαν να το συναντήσουν και να μιλήσουν μαζί του οι αναγνώστες του. Χωρίς τη "Δασκάλα με τα χρυσά μάτια" ίσως ο Μυριβήλης να μη γινόταν να περάσει σ' εκείνον τον πλατύ πίνακα της λαϊκής ζωής, στην "Παναγιά τη γοργόνα". Αυτό το τρίτο βιβλίο έχει μιαν ιδιαίτερη γοητεία για τους Λεσβίους, γιατί η Παναγιά η Γορ-γόνα είναι μια θεότητα της νησιώτικης ζωής, που υπάρχει ακόμα και σήμερα σ' ένα ψαρολίμανο, στα βόρειο - ανατολικά του νησιού, στη Σκάλα της Σκαμιάς, του χωριού όπου γεννήθηκε ο Μυριβήλης.

Είναι ένα φρεσκοασβεστωμένο πάντα εκκλησάκι, χτισμένο πάνω σ' ένα βράχο της θάλασσας, στην είσοδο του ψαρολιμανιού φορτωμένο αρμύρα, ήλιο, ανέμους, και φουρτούνα. Κάτω απ' τη σκέπη αυτής της Πα ναγιάς ο Μυριβήλης έζησε τα παιδικά του χρόνια. Ήταν φυσικό να του γίνει στοιχείο ζωής, έτσι ώστε να μπορεί να την απλώσει σαν νόημα πάνω απ' ολάκερη την ανθρώπινη μοίρα. Εδώ, με μια φωτεινότατη χρωματική πολυφωνία, με μιαν ολοζώντανη συνειδησιακή πληρότητα, υφασμένη απ' την πανάρχαια γνώση της ομορφιάς, ο αρσενικός λόγος του Μυριβήλη γονιμοποιεί την ευαισθησία του και δίνει με μιαν ασύλληπτη στερεότητα εικόνες που μοιάζουν ολόιδιες λαϊκές ζωγραφιές.

Στις σελίδες τούτου του βιβλίου ο άνθρωπος, όχι πια σαν αποκομμένη μονάδα, αλλά σαν γνήσιο παιδί του κόσμου που τον γέν νησε, ανταμώνει οικεία με τα πράματα της κάθε μέρας, με τις πέτρες της αυλής του, με τα δέντρα του χωραφιού του, με το ξύλο της βάρκας του, με την ψυχή της θάλασσας, με τα πουλιά, με το θάνατο, με τη νύχτα, τη μέρα, τον ήλιο, τις συνήθιες του, με τις πανάρχαιες παραδόσεις του, ακόμα με την ίδια τη θεότητα του τόπου, αυτήν τη θαλασσινή Παναγιά, την Αιγαιοπελαγίτισσα, την Παναγιά τη γοργόνα α νταμώνει με τον Άνθρωπο. Κι οι αντάμωσες αυτές είναι ανακυκλώσεις που δένονται η μια με την άλλη σε δεσμούς άρρηκτους, περνούν η μια μέσ' απ' την άλλη σαν υποκινημένες από σοφήν αναγκαιότητα, υφαίνουν το μύθο του βιβλίου, το μύθο της ζωής αυτόν τον πολυπρόσωπο αρχέγονο μύθο, που ζυμώνεται καθημερινά με τη σκοτεινή ειμαρμένη του κόσμου, και μας δίνεται σε μια μοναδική ενότηττα πραγματικότητας, ονείρου κι ομορφιάς. Κι όλ' αυτά με μια γλώσσα λιτή, απέριτη, ξεστόλιστη, μα ωστό σο τόσο πλούσια εσωτερικά, τόσο εναργή μορφικά, σαν να 'ναι ένα τραγούδι αρσενικό του ίδιου μας του λαού, ένα κυμάτισμα της θάλασσας, ένα κυμάτισμα λεσβιακής γης. *

Στάθηκα με περισσότερη επιμονή στα τρία βασικά βιβλία του Μυριβήλη, παρ' όλο ότι δεν είναι τα μόνα του. Υπάρχουν ακόμα τα "χρωματιστά" διηγήματα του, τα πράσινα, τα γαλάζια, τα κόκκινα, τα βυσινιά, απ' όπου ξεπηδούν χιλιάδες φωνές, που άλλοτε έχουν τη βιαιότητα των ανέμων και τη σκλη ράδα της στουρναρόπετρας, κι άλλοτε το απλό σιγαλομουρμούρισμα της νεροσυρμής. Υπάρχει "ο Βασίλης ο Αρβανίτης", αυτή η τυφλή λαϊκή δύναμη που ξοδεύεται τόσο σπάταλο ανάμεσα ουρανού και γης, σαν βουερός χείμμαρος, και, παρ' όλη την απαράδεκτη φύση του, μας επιβάλλεται σαν ποίηση ζωής, γιατί γίνεται το παραμύθι της λεβεντιάς, μιας λεβεντιάς σκοτεινής, ατιθάσευτης, ανεξέλεγκτης, και γι' αυτό ατόφιας, αληθινής κι αθώας. Υπάρχει ο αριστουργηματικός "Πάνας", η θαυμασιότερη και ποιητικότερη σύνθεση της παρθένας λαϊκής ψυχής των γραμμάτων μας. Αναφέρω ακόμα τα "Παγανά", το παιδικό μυθιστόρημα τον "Αργοναύτη", τα λυρικά τις "Πικρές φω τιές", το πεζό δημοτικό τραγούδι "Το τραγούδι της γης".'

Όμως όλα είναι ήχοι της ίδιας φωνής, πολλα πλασιασμένοι απ’ το ίδιο ηχείο, με την ίδια μουσικότητα, την ίδια ομορφιά, αφού προέρχονται απ' έναν αυλό που ηχεί αμέτρητες χιλιάδες σκοπούς, αλλά με τον ίδιο τόνο. Γιατί ο λόγος του Μυριβήλη είναι σαν το νερό του βουνού που τρέχει στις χαραγμένες και σκαμμένες απ' το ίδιο αυλακιές, καθώς κατεβαίνει τραγουδώντας το αιώνιο κι ασώπαστο τραγούδι της ζωής, για να χυθεί στην απεραντωσύνη του κόσμου.

Για τους παραπάνω λόγους δε θ' αναφερθώ στα καθέκαστα καθενός απ' τ' άλλα βιβλία χωριστά. Όλα, τόσο σαν μορφή, όσο και σαν περιεχόμενο και σαν στόχος, εντάσσονται στα πλαίσια της μυριβη λικής παραγωγής, απ' τα πρώτα της φανερώματα ίσαμε σήμερα. Ένα μονάχα θέλω να τονίσω ιδιαίτερα ότι αυτή η παραγωγή, αυτό το έργο του Λεσβίου συγγρα φέα είναι το πρώτο ανάστημα που σήκωσε η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα όχι μονάχα σ' ευρω παϊκό επίπεδο, αλλά σε πανανθρώπινο. Και πρέπει να 'ναι περήφανες γι' αυτό τόσο η ελληνική πατρί δα, όσο κι η λεσβιακή, που απ' το γάλα τους βύζαξε το δώρο της ομορφιάς, της ειρήνης, και της αγά πης.

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε σαν ομιλία και διαβάστηκε σε πανηγυρική τιμητική εκδήλωση της "λεσβιακής Παροικίας" για το συγγραφέα, στον "Παρνασσό", το Νοέμβριο του 1965. Ο Μυριβήλης γεν νήθηκε στη Σκαμιά της Λέσβου το 1890 και πέθανε στην Αθήνα το 1969. Το πραγματικά του άνομα ήταν Στρατής Σταματόπουλος. Το ψευδώνυμο "Μυριβήλης" το πήρε απ' ένα βουνό ταυ νησιού, που οι ντόπιοι το λεν έτσι. Ασχολήθηκε από πολύ νέος με τη δημοσιογραφία, ενώ παράλληλα έγραφε τα βιβλί α του. Το 1914 εξέδωσε τα πρώτα του διηγήματα: τις "Κόκκινες ιστορίες". Το 1922 ως το 1924 εξέδωσε την εβδομαδιαία εφημερίδα "Καμπάνα" κι αργότερα την καθημερινή εφημερίδα "Ταχυδρόμος". Στην "Καμπάνα" πρωτοδημοσίεψε επιφυλλίδες απ' τη "Ζωή εν Τάφω", καθώς και απ' το "Νούμερο" του Βε νέζη. Εργα του Μυριβήλη: "Κόκκινες ιστορίες", διηγήματα, 1914. "Ζωή εν Τάφω Μυθιστόρημα, 1923, (ακολούθησαν κι άλλες πολλές εκδόσεις), "διηγήματα", 1928. "Η Δασκάλα με τα χρυσά μάτια", μυ θιστόρημα, 1934,- "Το πράσινο βιβλίο", διηγήματα, 1935.- "Αργοναύτης” παιδικό μυθιστόρημα, 1936. "Το τραγούδι της γης", λυρικό, 1937.- "Το γαλάζιο βιβλίο" διηγήματα, 1940.-"Μικρές φωτιές", λυρικό, 1942. "Βασίλης ο Αρβανίτης", νουβέλα 1943.-"Τα παγανά" νουβέλα, 1945. "Ο Παν", νουβέλα, 1946. "Παναγιά η γοργόνα", μυθιστόρημα, 1953. "Το κόκκινο βιβλίο" διηγήματα, 1953. "Απ' την Ελλάδα", τα ξιδιωτικό, 1958. "Το βυσσινί βιβλίο", διηγήματα, 1959. "Στάθης Σταθάς", σχολικά, "Μιλούμε για τέ χνη", επιλογή δοκιμίων. Το 1967 ο Μυριβήλης εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ τιμήθηκε επανειλημμένα με βραβεία.
Η Παναγιά γοργόνα
Close