| ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
| Close |
| ΜΑΚΑΡΙΑ: Η Λέσβος κι η πνευματική της άνοιξη |
Ασημάκης Πανσέληνος |
| Όταν τον Αύγουστο του 1984, στις 12 του μήνα, πέρασε απ’ την εξοχή
του νησιού μας ο Ασημάκης Πανσέληνος με τη γυναίκα του Νεφέλη, κι
ήπιαμε ένα ούζο μυτιληνιό, τίποτα δεν προδίκαζε ότι αυτό το ταξίδι
του εραστή των ταξιδιών θα 'ταν το τελευταίο του, κι ότι το τέλος
του ήταν κοντά, και μάλιστα σε χρόνο όχι μεγαλύτερο από τρεις
βδομάδες (η καρδιά του σταμάτησε να χτυπά την αυγή της 1ης Σε
πτεμβρίου του ίδιου χρόνου). Παρ' όλα τα 81 του χρόνια, είχε μια
νεανική σωματική σφριγηλότητα και μια διαυγέστατη πνευματικότητα
χαρακτηριστικά που τον έκαναν πάντα χαριτωμένο και διαλεχτό σύ
ντροφο στην παρέα. Κουβεντιάσαμε για διάφορα πράματα, αρχίζοντας απ'
την πολιτική, που της είχε αδυναμία, όχι σαν επαγγελματίας πολιτικός
(είχε εκλεγεί και βουλευτής Λέσβου με το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ε.Λ.Δ.,
το 1950), αλλά σαν ιδεολόγος και μαχητής της δημοκρατίας, απ' την
πολιτική λοιπόν, ίσαμε τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα της’ Μυτιλήνης μας,
κι ίσαμε τη χάραξη προοπτικών για καινούρια ταξίδια στον κόσμο. "Στα ταξίδια υπάρχουν τα ανύπαρχτα", έγραψε στο τελευταίο βιβλίο" του "Συνέντευξη με τον εαυτό μου". Και: "τα ωραιότερα μέρη της γης είναι πάντα αυτά που δεν είδες". Ο Πανσέληνος δεν είχε δει τη Γη του Πυρός. Και τον απασχολούσε πάρα πολύ τ' όνειρο να επισκεφτεί ε κείνα τα μέρη. Έκανε σχέδια, συνδυασμούς, κατέστρωνε προγράμματα. Κι έλεγε ότι το δίχως άλλο θα τα πραγματοποιούσε όλα την επόμενη άνοιξη. Του πρότεινα ως τότε να ρθει να περάσουμε μαζί μερι κές μέρες του χειμώνα στη μοναξιά της έξοχης, κοντά στο τζάκι, απολαμβάνοντας μέσ' απ' τα τζάμια την αγριάδα του καιρού με τους δυνατούς αγέρηδες, τη βροχή, την καταιγίδα, και την αντάρα της θά λασσας, στο φυσικό τους περιβάλλον. Είχε ενθουσιαστεί σαν παιδί, και ζητούσε να ορίσουμε και τις ημερομηνίες. Αυτό το ίδιο πράγμα μού ζήτησε κι όταν μιλήσαμε στο τηλέφωνο εννιά ώρες πριν πεθάνει. Είχε συνέλθει απ’ την ταλαιπωρία της αρρώστιας που τον παίδεψε μια βδομάδα πριν (μετά την αναχώρηση του απ' τη Μυτιλήνη), είχε σηκω θεί απ' το κρεβάτι, είχε φάει με όρεξη. Κι αμέσως άρχισε ξανά μέσα του η λειτουργία των ονείρων. Ήταν η τελευταία μέρα του Αυγούστου, και στον ουρανό φούσκωνε το στερνό καλοκαιρινό φεγγάρι. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί μου τηλεφώνησαν ότι ο Πανσέληνος δε ζούσε πια. Δεν τον γνώρισα στα νιάτα του. Μας χώριζε και μια σημαντική διαφορά ηλικίας. Όμως τα είκοσι χρόνια που συνδεθήκαμε ήταν παραπάνω από αρκετά για να θεμελιώσουν μέσα μου μια λαμπρή εικό να αυτού του ωραίου αγέραστου ανθρώπου. Άλλωστε, αυτήν την εικόνα τη ζωγραφίζει αυθεντικά κι εμφαντικά ο ίδιος στο σημαντικότερο απ' όλα τα βιβλία του, το "Τότε που ζούσαμε", ένα κείμενο αυ τοβιογραφικό και παιχνιδιάρικο, σοβαρό όπου χρειάζεται , λυρικό αλλού, κι άφοβα σαρκαστικό για πρόσωπα και πράγματα της εποχής του και του τόπου μας. Πάνω απ' όλα όμως ένα κείμενο που αποτε λούσε την πιστή έκφραση της αποφθεγματικής του προσωπικότητας, παραλογικής πολλές φορές, αλλ "ωστόσο ζωντανής πάντα, κεφάτης, τίμιας και καθαρής ως το έσχατο όριο μιας απόλυτης ηθικής. Όπως μου έλεγε κοινός φίλος και συνομήλικος του, απ' το σχολειό ακόμα ο Ασημάκης ξέφευγε απ' το κοινό μέτρο. Τόσο η συμπεριφορά του, όσο και η σκέψη του υπάκουαν σε μια δική του ασυμβίβαστη λογική, που όχι σπάνια ήταν αντίθετη με την κοινή τη δική τους. Η καθημερινή λογική, αυτή που μας διδά σκουν τα σχολειά κι οι γονείς, είναι ένας καταστατικός χάρτης συμβιβασμών, που τον επέβαλε η κοι νωνική αναγκαιότητα. Πώς να τον αποδεχτεί και να τον κάνει κανόνα ζωής ο Πανσέληνος, που δεν έμπαινε σε κάλους πια ποτέ; Ο ίδιος έγραψε: "Είναι άνθρωποι που για να διατηρήσουν μια δήθεν κοι νωνική αξιοπρέπεια, χάνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια τους". Κι αυτό ήταν το πιο ακραίο μέλημα του Πανσέληνου: η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Για τη διατήρηση της δε χαριζόταν ούτε στον ίδιο τον εαυτό του. Την ήθελε πάντα σε ισχύ και πανταχού παρούσα. Αυτή η μόνιμη φροντίδα του θαρρείς ήταν απόρροια μιας μόνιμης αμφιβολίας και μιας ανησυχίας για τη ζωή του και για τις πράξεις του. Η καθη μερινή πρακτική άλλαξε πολλά πράματα στον κόσμο, άλλαξε τους ανθρώπους, άλλαξε τα "πιστεύω" τους. Ο Ασημάκης, παρά τις προσαρμογές του στα δεδομένα της εποχής μας, σαν προοδευ τικό άτομο, εννοούσε να μείνει πιστός στις αιώνιες αρχές που στήριξαν την ανθρωπότητα απ' τα πανάρχαια χρόνια ως τα σήμερα. Γι' αυτό έλεγε: "Η αμφιβολία για την ανθρωπιά σου είναι ο καλύτε ρος τρόπος να την καταχτάς κάθε ώρα και κάθε στιγμή". Κι αλλού: "Οι αμφιβολίες, οι ταλαντεύσεις, κι ακόμη και οι αντιφάσεις στη σκέψη μου, βοηθούν να έχουν οι πεποιθήσεις μου σίγουρη βάση". Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του Πανσέληνου στα γράμματα μας ήταν με την ποιητική συλλογή "Μέρες Οργής", που κυκλοφόρησε το 1945. Όπως μας πληροφορεί ο Μανώλης Αναγνωστάκης, οι στίχοι του, γραμμένοι πολύ πιο μπροστά, περνούσαν από στόμα σε στόμα στα χρόνια της κατοχής, σαν παρη γορητικό βάλσαμο και συναγωνιστικό ενδυνάμωμα, εξαιτίας του έντονα δημοκρατικού κι επαναστατι κού τους πνεύματος. Κυκλοφόρησαν κι άλλα ποιήματα του, τα "Ταξίδια με πολλούς ανέμους", 1964, και "Το καφενείο του άλλου δρόμου", 1971. Θα έλεγα όμως ότι ο Πανσέληνος δεν ήταν ένας λυρικός ποιητής με την έννοια που ξέρουμε. Είχε βέβαια μέσα του το σκίρτημα της ομορφιάς, κι ήξερε να με τουσιώνει και ν' απολαμβάνει την ποιητική συγκίνηση, γιατί ήταν ένας άνθρωπος λεπτά ευαίσθητος. Ωστόσο, οι στίχοι του δε γράφτηκαν για να μας μεταδώσουν τις απόκρυφες εσωτερικές δονήσεις του απ' τη θέαση του κόσμου, αλλά κυρίως απ' την αγανάκτηση και την επανάσταση της κοινωνικής του συνείδησης απέναντι στην άδικη μεταχείριση του ανθρώπου απ’ τον άνθρωπο. Κι επειδή πίστευε μ' έναν τρόπο ανένδοτο στην ανάγκη μιας ίσης και δίκαιης τάξης ανάμεσα σ' όλα τα πλάσματα του πλανή τη, του ήταν αδιανόητο να μην εκφράσει τις σκέψεις του και το πάθος του για ένα καλύτερο μέλλον, σατιρίζοντας, κοροϊδεύοντας, και σαρκάζοντας τα στραβά και τ' ανάποδα μιας κοινωνίας άδικης κι αλα ζονικής. Η ποίηση του, παραδοσιακή στη μορφή, ήταν γραμμένη με μιαν αρτιότατη τεχνική. Οι ρυθμοί του και οι ρίμες του δεν είχαν το παραμικρό ψεγάδι. Αλλά και δεν ονειροβατούσαν. Όσο ο ίδιος ονει ρευόταν συχνά μακρινά πετάγματα που θα τον έφερναν να γνωρίσει τα "ωραιότερα μέρη της γης" (με την υπερβατική έννοια), τόσο στην τελευταία τους μορφή τα ποιήματα του ήταν γυμνά και καθαρά, χω ρίς φιοριτούρες και περιττά στολίδια. Σκοπός τους δεν ήταν να τέρψουν και να συγκινήσουν τον ατομι κό ψυχικό κόσμο, όσο να ξεσηκώσουν και να παρασύρουν στην επανάσταση, αυτήν που αναζητούσε με λύσσα τη δικαιοσύνη. Χωρίς να λογαριάσουμε τα πρώτα του δημοσιεύματα στον τοπικό λεσβιακό τύπο (στην "Καμπάνα" του Μυριβήλη, το 1924, με την ευκαιρία του θανάτου του Λένιν, και στον "Ταχυδρόμο" του Λεφκία, το 1935), μπορούμε να πούμε ότι το πεζογραφικό του έργο άρχισε με σκόρπια χρονογραφία μαχητικά δημοσιεύματα στα "Νεοελληνικά" και κατόπιν "Ελεύθερα Γράμματα" του Φωτιάδη, στα πρώτα μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο χρόνια. Ήταν κυρίως κείμενα ελέγχου της πνευματικής μας ζωής εκείνου του καιρού. Δε νομίζω να συγκεντρώθηκαν ποτέ σε βιβλίο. Πρώτη φορά έδωσε στη δημοσιότητα πεζό έργο το 1956, όταν εξέδωσε το "Μέρες από τη ζωή μας", που ήταν σελίδες ημερολογίου απ' τη φυλάκιση του στα χρόνια της κατοχής. Ακολούθησαν οι ταξιδιωτικές του εντυπώσεις: "Στη Μόσχα, με τα νιάτα του κόσμου". Ταξιδιωτική ήταν και η έκδοση του 1977: "Νερά και χώματα, και άλλα πολλά", όπως και το περσινό βιβλίο του: "Η Κίνα η δική μου". Αξίζει να πούμε εδώ ότι τα ταξιδιωτικά βιβλία του Πανσέληνου ήταν ιδιότυπα και δεν έμοιαζαν διόλου με τ' άλλα κείμενα της ταξιδιωτικής μας λογοτεχνίας, που αναλίσκονται κυρίως σε ιστορικές και γεωγραφικές ή φυσικές περιγραφές των τόπων όπου βγάζει το ταξίδι. Το να ταξιδεύει ο Πανσέληνος, ήταν μια ευκαιρία για να ξανά ξεδιπλώνει τα όνειρα του, ζωντανά πια, πάνω στους χάρτες του κόσμου, να τα ξαναζεί, και να τα ξεδιαλύνει γνωστικά, πολεμώντας να τα συνδυά σει με την πράξη της ζωής. Μ’ άλλα λόγια: όταν ταξίδευε, κυρίως σκεφτόταν. Κι η φροντίδα του ήταν να καταγράφει τις σκέψεις του, που αναδύονταν απ’ την πολλαπλή σχέση του με τους τόπους, τα νερά, και τα χώματα της γης, κι απ' τα ε-ρεθίσματα που του προκαλούσαν. Όπως έγραψε ο ίδιος: "το αληθινό ταξίδι είναι να πορεύεσαι όσο είναι ανοιχτοί δρόμοι μπροστά σου και να μη σταματάς παρά μόνο για ν' ανασάνεις". Οι ταξιδιω-τικές συγγραφές του Πανσέληνου ήταν αυτό ακριβώς: η α ναπνοή του. Το 1974 εξέδωσε το βιβλίο "Τότε που ζούσαμε". Πρόκειται για αυτοβιογραφικό κείμενο απ' την αρχή ως το τέλος του. Αλλά οι αναφορές του έχουν τέτοιο και. τόσο γενικό ενδιαφέρον, είναι τόσο γε μάτες από καθημερινό ελληνικό υλικό, και δίνονται με τόση γλαφυρότητα και τόση ενάργεια, που κά νουν τις σελίδες του αληθινά συναρπαστικές. Η έκφραση του είναι ζεστή, είναι ανθρώπινη. Κάτω απ' τις γραμμές του νιώθεις ολοζώντανο τον άνθρωπο που πάσχει, που αγαπά, που ονειρεύεται, που αγα νακτεί, που διαμαρτύρεται, κι έπειτα καταλαγιάζει και χαϊδεύει, και χαμογελά. Ανάμεσα σ' όλ' αυτά ρέει η άλλοτε πικρή κι άλλοτε χαριτωμένη ζωή της πατρίδας μας, με τα μικρά και τα μεγάλα της, με τα υψηλά και τα ταπεινά της. Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο αυτό έκανε ως τώρα πολλές εκδόσεις. Η φή μη του περπάτησε μόνη της από στόμα σε στόμα, χωρίς καμιά άλλη τεχνητή διαφημιστική προβολή. Ήταν το βιβλίο ενός συγγραφέα που έκανε λογοτεχνία αυτή καθαυτή την πράξη της ζωής. Το 1982 εκδόθηκε το βιβλίο "Άγγελος Σικελιανός, η τα πολιτικά πρόσωπα των Θεών". Δεν πρόκει ται για μελέτη. Περισσότερο είναι μνήμες απ' τη ζωή του μεγάλου μας ποιητή, όπως τον γνώρισε ο Πανσέληνος. Τον Αύγουστο του 1984, δηλαδή λίγες μόνο μέρες πριν πεθάνει, κυκλοφόρησε το βιβλίο του "Συνέντευξη με τον εαυτό μου". Θα το 'λεγα το "κύκνειο άσμα" του, αν το περιεχόμενο του δεν είχε . γραφτεί πολύ πιο πριν, κατά τη διάρκεια της συγγραφικής του πορείας. Είναι μια συλλογή αφορισμών, που διατυπώθηκαν σκόρπια σ' όλα τα ίσαμε σήμερα κείμενα του, και τώρα συγκεντρώθηκαν σ' έναν τόμο, δίνοντας μας το στίγμα του συγγραφέα. Σπινθηροβόλοι όλοι τους, χαριτωμένοι, άλλοτε παράδο ξο λογικοί, άλλοτε τυπικά σοφοί, συνθέτουν ένα όλον που είναι ο Πανσέληνος, ο άνθρωπος κι ο συγ γραφέας. Κρίμα που αυτός ο άνθρωπος κι αυτός ο συγγραφέας χάθηκε τόσο πρόωρα. Τα 81 χρόνια της ζωής του ήταν τίποτα μπροστά στην αιωνιότητα που εκείνος στόχευε με το έργο του, με τα όνειρα τον και με τη ζωή του. "Ζωή είναι να μη θέλει να πεθάνει κανείς". έγραψε. Κι ο ίδιος δεν ήθελε ποτέ να πεθάνει. Γιατί ένιωθε μέσα του πολυδύναμη τη ζωή. Και την έκανε έργο για πάντα. Ο Ασημάκης Πανσέληνος γεννήθηκε το 1903 στη Μυτιλήνη πέθανε στην Αθήνα το 1984. Έργα του: "Μέρες οργής". σάτιρες κι άλλα ποιήματα 1945-"μέρες απ" τη ζωή μας", ημερολόγιο φυλα κής 1957.-"Στη Μόσχα, με τα νιάτα του κόσμου" περιγραφικό ενός παγκόσμιου φόρουμ νεολαίας 1962. -"Ταξίδια με πολλούς ανέμους" ποιήματα 1964,-"Το καφενείο του άλλου δρόμου". ποιήματα. 1971. -"Η παράξενη φιλία μας με το Γ. Θεοτοκά", ιστορία μιας συζήτησης 1973. -Τότε που ζούσαμε", χρονικό, 1974, -"Νερά και χώματα και άλλα πολλά ", ταξιδιωτικό. 1977". - "Άγγελος Σικελιανός", δοκίμιο 1981. Η Κίνα η δική μου", ταξιδιωτικό. 1983.- "Συνέντευξη με τον εαυτό μου", αποφθέγματα, 1984. |
| Close |