| ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
| Close |
| ΜΑΚΑΡΙΑ: Η Λέσβος κι η πνευματική της άνοιξη |
Ηλίας Βενέζης |
| Ο Βενέζης δεν ήταν γέννημα της Λέσβου. Φυσική του πατρίδα υπήρξε
το Αϊβαλί, όπου είδε το φως το Μάρτη του 1904. Όμως στη Λέσβο
κατέφυγε η οικογένεια του κατά τον πρώτο διωγμό, κι υστέρα, μετά την
καταστροφή του «22, εκεί εγκαταστάθηκε οριστικά. Στη Λέσβο, στη
Μυτιλήνη μεγάλωσε κι έκανε τα πρώτα του βήματα σαν συγγραφέας
μετέχοντας ενεργά στις εκδηλώσεις της συντροφιάς που έφερε τη
Λεσβιακή Άνοιξη στο νησί. Συνεπώς, αν δεν ήταν γέννημα, ήταν ωστόσο θρέμμα της Λέσβου, όπως, άλλωστε, το αναγνώρισε κι ο ίδιος, όταν κάποτε, πολλά χρόνια μετά την μετοικεσία του στην Α θήνα, ήρθε για λίγο στη Μυτιλήνη, κι έμεινε κοντά σε φίλους παλιούς και νέους, που τον εγκολπώθηκαν με μεγάλη εγκαρδιότητα. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, έγραψε στη "Νέα Εστία" ότι αδήριτη ανάγκη τον έσπρωχνε, όπως συμβαίνει και μ' όλους τους ξεριζομένους, να γυρίσει πίσω, στις πρώτες του πηγές, στη χαμένη του πατρίδα, που τόσο ήθελε να την ξαναδεί . Όμως, πριν πάει στο Αϊβαλί, έπρεπε αναγκαστικά να περάσει απ' τη Λέσβο. Και τότε, ανάμεσα στους παλιούς και τους νέους του φίλους, ανάμεσα στις αναμνήσεις του ανακάλυψε "αληθινά μ ένα αίσθημα λυτρωτικό ότι έχει πατρίδα", αφού έβρισκε πολύ κοντά του χώμα κι ανθρώπους τόσο δικούς του· "Έτσι παράτησα το άλλο ταξίδι", έγραψε, άφησα την Αιολική γη, την πατρίδα μου, να μείνει όνειρο. Είμαι ευγνώμων που βρήκα πατρίδα τη Λέσβο. Που αι σθάνομαι να έχω πατρίδα". Αυτό το τελευταίο ρήμα, αυτό το "αισθάνομαι" δίνει και το μέτρο της ταυτότητας του Βενέζη. Για τί ο συγγραφέας αυτός, είτε σαν ψυχοσύνθεση, είτε σαν πνευματική στάση, είχε τέτοιες καταπληκτικές ομοιότητες με το πνευματικό περιβάλλον της Λέσβου, όπου βρέθηκε πρόσφυγας, ώστε να εγκλιματιστεί σ' αυτό μέσα σ' ελάχιστο χρονικό διάστημα. Κι αν ο Βενέζης ανακάλυψε στα ώριμα του χρόνια ότι είχε πατρίδα, η Λέσβος φαίνεται ότι το αισθανόταν αυτό από παλιά, από τότε που τον είχε πρωτοδεχτεί στην αγκαλιά της. Ήταν η πνευματική του πατρίδα, αφού κάτω απ' τη γαληνή της ατμόσφαιρα έγραφε τα πρώτα του λογοτεχνήματα και τροχιοδρόμησε το έργο του. Ας μην ξεχνούμε ότι εδώ έγραφε, τύπωσε και κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, τα διηγήματα "Ο Μανώλης Λέκας". Κι ασφαλώς εδώ θα 'νιωσε ν'ανασαλεύουν οι ρίζες και των άλλων του βιβλίων, μια και η ήμερη ψυχή του συνταιριαζόταν τόσο αρ μονικά με το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον του νησιού. Έχουν να λεν ότι ο κατατρεγμός, οι βασανισμοί, η άπονη κι άδικη μεταχείριση από μέρους των ομοίων μας, ή και του θεού ακόμα, σκληραίνουν το ανθρώπινο πετσί, σαπίζουν τα αισθήματα μέσα μας, μας κάνουν πλάσματα χωρίς συμπόνια. Μπορεί να 'ναι αλήθεια αλλά μια αλήθεια που με τον Βε νέζη φαίνεται να διαψεύδεται, αφού ο συγγραφέας, το νούμερο που έφερε στην πλάτη του, ζεμένος, δεκαοχτάχρονο ακόμα παιδί, στα εργατικά τάγματα της Ανατολής, για να ξεχωρίζει απ' τ' άλλα νούμε ρα του κοπαδιού, το 'κανε σύμβολο λυτρωτικό για την ίδια την ψυχή του και το 'δωσε σ' όλους εμάς τους άλλους με μια τρυφερή καρδιά, σαν μνήμη καλοσύνης και συγγνώμης. Αυτή η καλοσύνη κι η αγά πη είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του Βενέζη, που κάτω απ' το πρίσμα του βλέπει τα καμώματα των ανθρώπων, ακόμα και στις πιο κακές χους στιγμές, αυτές που θα μπορούσαν να μας γεμίσουν αποτρο πιασμό κι απογοήτευση, σαν παιχνίδι .Οι άνθρωποι παίζουν, λέει ("Γαλήνη"). Και τους συγχωρεί. Α πλώνει το χέρι και τους χαϊδεύει. Είμαστε όλοι μας σαν τα μερμήγκια. Κανένας δεν μπορεί να ζήσει χω ρίς την ανάγκη του άλλου, χωρίς τη συμπαράσταση του. Κι αν κάποτε-κάποτε γινόμαστε κακοί, φτάνει ένα χαμόγελο μόνο να σπάσει το σκληρό μας τσόφλι και ν' αποκαλυφτεί η από μέσα μας ζεστασιά. Αυ τό λέει η πικρή πείρα της ζωής του Βενέζη. Αλλά πώς έφτασε σ' αυτήν την πείρα; Ο αιώνας μας έδειξε απ' τα πρωτα-πρώτα του κιόλας βήματα ότι ο δρόμος του δε θα 'ταν ρό δινος, κι οπωσδήποτε δε θα 'ταν πάνω στα χνάρια του προηγούμενου. Η μακάρια ρομαντική εποχή, με τους ανέγνοιαστούς ανθρώπους και τις αβρές κυρίες με τα κρινολίνα, παρουσίασε απ' τις προτε λευταίες ακόμα δεκαετίες της εκατονταετίας που πέρασε σημεία βαλτώματος. Είναι γνωστό ότι σε κάθε βάλτωμα βασιλεύει η σήψη. Αυτή η σήψη δημιούργησε τις προϋποθέσεις της ανάγκης να ταρα χτούν επιτέλους τα στεκάμενα νερά. Και λοιπόν ένας άνεμος αναζητήσεων πήρε να φυσά πάνω απ' τον κόσμο, να φυσά και να δημιουργεί ανησυχίες, να ξεσηκώνει πνεύματα, να οδηγεί κιόλας γοργά σε ξεσηκωμούς, σ' αναστατώσεις, σε φρικτά αιματηρούς πολέμους. Δεν ικανοποιούσαν τον άνθρωπο τα παλιά σχήματα ζωής. Έπρεπε να βρεθούν καινούρια ενός κόσμου καλύτερου, μιας πιο ενεργητικής ευτυχίας. Και για να τα πετύχει, δε πείστηκε ούτε ζωές, ούτε αίμα, ούτε σπαραγμό. Κι έφτασε έτσι, μ’ έναν τρελό καλπασμό και χωρίς λύπη για τον τόσο θάνατο που έσπειρε πίσω του σε κάθε γωνιά της γης, ίσαμε το έσχατο όριο της τυφλής του πορείας: να κατακτήσει και να πιλατέψει δυνάμεις τρομακτι κές, που ενώ απ' τη μια μας φέρνουν ταξιδευτές στο ουράνιο χάος, απ‘ την άλλη είναι δυνατόν ν' αφα νίσουν σ' ελάχιστο χρόνο το ανθρώπινο γένος απ' το πρόσωπο της γης. Επιτεύξεις; Ναι. Μεγάλες. Θαυ μαστές. Πέρ' απ' την κάθε φαντασία και την πιο τολμηρή. Στο βάθος όμως τι; Πιότερη αγωνία, πιότερος φόβος και δέος. Και γι' αυτό πιότερη εσωτερική μοναξιά. Οδεύουμε προς την κατάκτηση του σύμπα ντος, και ξεχάσαμε ότι δεν έχουμε ακόμα κατακτήσει τον εαυτό μας. Αυτό το χάσμα ανάμεσα στην εσωτερική μας αγωνία και τις εξωτερικές εκδηλώσεις της εποχής μας, ένα χάσμα βαθυνόμενο ολοένα απ' την έλλειψη κάθε συνεννόησης μεταξύ μας, το συνέλαβε σ' όλη του την έκταση η ευαισθησία του Βενέζη και το συνειδητοποίησε μ' έναν τρόπο μοναδικό, καθώς σφράγισαν το κορμί και την ψυχή του τα τρελά γεγονότα των αναστατώσεων και των καταστροφών του πρώτου μισού του αιώνα μας. Φαίνεται καθαρά απ' το πρώτο κιόλας ουσιαστικό φανέρωμα του στα γράμματα μας, το περίφημο "Νούμερο 31328". (Ας μή σταθούμε ιδιαίτερα στο προηγούμενο βι βλίο του, τον "Μανώλη Λέκα", που, σαν βιβλίο με διηγήματα-μικρά, ξέχωρα θέματα- ήταν περισσότε ρο μια συγγραφική άσκηση, παρά μια εργασία με προοπτικές). Απ' το "Νούμερο" λοιπόν μας έδειξε ότι η πραγματικότητα μπορούσε να μεταπλαστεί μέσα του σε αίσθηση ευθύνης για τον διπλανό του, όπως και για κάθε άνθρωπο, μιας ευθύνης που του επέβαλε ένα προσεκτικότερο, κι ίσως πιο συγκεκριμένο, αλλά συνάμα κι επιεικέστερο κοίταγμα των εγκόσμιων. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι το βιβλίο αυτό ξεκίνησε από άμεσα, και μάλιστα φρικτά βιώματα του συγ γραφέα.Τυραννίστηκε,προπηλακίστηκε,πείνασε,δίψασε,βασανίστηκε. Όσο αυτά τα γεγονότα τον ση μάδεψαν, κι όσο κι αν προκαλούσαν μέσα του μια δίκαιη εξέγερση, άλλο τόσο έβλεπε πως ήταν μάται ο να τα αναπαράγει ο ίδιος. Αυτή η αναπαραγωγή δε θα οδηγούσε πουθενά. Και την αρνήθηκε. Είδε τη γύρω του άθλια πραγματικότητα με μια λαχτάρα συμπόνιας, κι αγάπης, και βαθύτατης συγγνώμης, που ανέβλυζαν απ' τα βάθη του είναι του. Ανέπλασε μ’ ένα χαμόγελο συγχώρεσης όλα τα τραγικά πε ριστατικά που υποχρεώθηκε να ζήσει. Κι ενώ παράθεσε το ένα ύστερ' απ' το άλλο όλα όσα τραυμάτισαν αιματηρά και για πάντα τη ζωή του, τα πέρασε μέσ' από τόση απλότητα και καλοπροαίρετη διάθεση, που δεν προκαλούν. Αντίθετα συμφι λιώνουν. Γιατί πάνω απ' τις λέξεις και τη σκληρότητα των γεγονότων ακούγεται μια ζεστή φωνή συνα δέλφωσης, μια επίκληση για τον κοινό ανθρώπινο προορισμό. Βέβαια, όχι πως η απανθρωπιά κι η αδικία δεν έκαναν τον Βενέζη να κρύψει το πρόσωπο γεμά τος σιχασιά κι απελπισία. Ένα νέο παιδί που βλέπει άξαφνα ν' αρπάζουν μέσ' απ' τα χέρια του τα ω ραιότερα του όνειρα, να ξεσκίζουν με τον πιο βάναυσο τρόπο τις προσδοκίες και τις επιδιώξεις του, και να το σπρώχνουν με το βούρδουλα, ξυπόλητο και γυμνό, μέσα στη λάσπη, μακριά απ' τους γονιούς και τ' αδέλφια του, σ' ένα κοπάδι αιχμαλωσίας με κατεύθυνση το άγνωστο, όσο απόθεμα καλοσύνης κι ευψυχίας κι αν διαθέτει, δεν μπορεί παρά να νιώθει κάτι να σπάζει μέσα στο παρθένο στήθος του, κάποιος Θεός να πέφτει και να γκρεμίζεται απ' το βάθρο του. Ωστόσο, ο Βενέζης δε μας το 'πε ποτέ. Άφησε και καταστάλαξαν όλ' αυτά σιγά-σιγά εντός του. Μόνο ότι το καταστάλαγμα ήταν πικρό. Αυτή η πίκρα αναζήτησε μια διέξοδο, τόσο για να μη δηλητη ριάζει τα μέσα του, όσο και για να γίνει πηγή καλού. Ο σίφουνας είχε περάσει, η μπόρα είχε περάσει, ο χαλασμός είχε κιόλας ξεχαστεί. Η ζωή, όμορφη πάλι σαν πριν, είχε πιάσει να ξεμυτά σαν τις ανοιξιά τικες μαργαρίτες μέσ' απ' τα χάλασματα. Μπορούσε λοιπόν κανείς να ξεκουραστεί, να βγάλει από πά νω του όποιο βάρος τον πίεζε, για ν' ανοίξει τα μάτια του στο φως, χωρίς προκαταλήψεις και χωρίς ενδοιασμούς. Τότε ο Βενέζης έγραψε τη "Γαλήνη". Στον πρόλογο της τρίτης έκδοσης του βιβλίου ο συγγραφέας σημειώνει: "Η πρώτη έκδοση του τυπώθηκε τις μέρες του Σεπτέμβρη 1939, όταν άρχιζε το δράμα του κόσμου, κι η τρίτη γίνεται τώρα (1943), ενώ το δράμα αυτό συνεχίζεται. Από μια ά-ποψη το βιβλίο αυτό ζει την ιστορία του μέσα στο κλίμα που πρέπει: μέσα στο κλίμα της πικρίας. Υπάρχει φαίνεται και για τα πράγματα μια μοίρα -όχι μόνο για του ανθρώπους." Το ζήτημα αυτό της μοίρας δεν αποτελεί πρόβλημα για τον Βενέζη. Το θεωρεί σαν κάτι δεδομένο κι αναπόφευκτο, και γι' αυτό το αποδέχεται, συμφιλιώνεται μαζί της, της χαμογελά. Τουλάχιστον ίσως γίνει έτσι και την προσπεράσουμε, και ζήσουμε καλά τη μικρή ζωή που μας προορίστηκε πάνω σ' αυ τόν τον πλανήτη. Δε μας συμβουλεύει, βέβαια, να τη δεχτούμε παθητικά. Μα ούτε και να της σταθού με αντιμέτωποι. Δεν ωφελεί. Ο γιατρός Βένης, ο κεντρικός ήρωας του, που ξεσπιτώθηκε, που τον πή ραν σαν σκουπίδι στα φτερά τους οι άνεμοι και τον πέταξαν σε μια ξένη γη, γυμνή κι αυχμηρή, εχθρική σχεδόν, βρίσκει τον τρόπο, αντίθετα απ' την ανυπότακτη γυναίκα του, να επιβάλει στον μέσα του κό σμο την τέλεια συμφιλίωση με τη μοίρα. Και γίνεται πράος, καλός, υψώνεται πάνω απ' την καθημερι νή τριβή, παρ' όλο ότι ζει τόσο άμεσα τον πόνο και το δράμα των συγχωριανών του, γιατί αγαπά όλον τόν κόσμο και μπορεί να κατανικά αποτελεσματικά' τις αδυναμίες του. Καλλιεργεί τριαντάφυλλα. Έτσι κερδίζει την ελπίδα και βρίσκει τη γαλήνη. Μπορούμε να πούμε ότι με το μυθιστόρημα αυτό, κλασσικό πια για τη νέα μας λογοτεχνία, ο Βε νέζης αναζήτησε μέσ' απ' τις περιπέτειες των προσώπων που έπλασε, τη δική του γαλήνη. Κι αναμφί βολα την κέρδισε. Απελευθέρωσε τον εαυτό του απ' το πλέγμα της πικρίας, κοίταξε με πιο λαμπικα ρισμένο μάτι τον άνθρωπο σαν άνθρωπο, ένα πλάσμα κι αυτόν της δημιουργίας, κι έδωσε στον τόνο του -ωριμασμένον με το πέρασμα του καιρού και θρεμένον απ' το πλούσιο ψυχικό του υπό στρωμα- ένα, χρώμα πιο φυσικό, πιο ημερωμένο, πιο βαθιά ανθρώπινο. Η "Γαλήνη", σαν χρονικό της προσφυγιάς, θα μπορούσε να 'ναι ένα βιβλίο απελπισμένο γεμάτο απωθημένη κακότητα, παράπονο, και κραυγαλέα αιτήματα για δικαιοσύνη και για αποκατάσταση των αδικημένων. Αντί για όλ' αυτά στάθηκε ένα βιβλίο εγκαρτέρησης, σαν γεννημένο από μια συνείδηση που ήξερε ότι τα πράγματα του κόσμου πορεύονται αναλλοίωτα αιώνες αμέτρητους, και λοιπόν τίπο τα δεν μπορεί να τα βγάλει απ' το χαραγμένο δρόμο τους. Το ζήτημα για τον τυραννισμένο άνθρωπο είναι η αναζήτηση της γαλήνης, πάντα μέσα στα πλαίσια της αξιοπρέπειας και της ψυχικής ακεραιότη τας -η προσπάθεια να φυτέψεις τριαντάφυλλα, ακόμα και σ' άνυδρα και πετραδερά χώματα. Έτσι αποδεσμευμένος ο Βενέζης απ' ότι πιεστικά είχε καταδυναστέψει την αισθαντικότητά του, και νιώθωντας κιόλας, σαν ψυχή πανθεϊστική που ήταν, να φυσούν από μέσα του με καινούρια δύνα μη, μ' ένα τρόπο αναγεννητικό, οι αναστάσιμες πνοές της ζωής: η χαρά, η ομορφιά, το φως, η πίστη, κάθισε κι έγραψε την "Αιολική Γη". Το σπουδαίο είναι ότι την έγραψε μέσα στο χρόνια της γερμανικής κατοχής, και πιο συγκεκριμένα στην πρώτη της περίοδο, εκείνην της πείνας και της απελπισίας. Παρά δοξο; Για έναν άλλον συγγραφέα ίσως ναι. Για τον Βενέζη όχι, αν αναλογιστεί κανένας την προϊστορία του. Παρ' όλο ότι γύρω του χτυπούσαν καμπάνες της συμφοράς, αυτός έγραψε ένα αληθινό πεζογρα φικό ποίημα -κάτι ανάμεσα σ' όνειρο, σε ζωή, σε παραμύθι.. Χίλιες φωνές μιλούν στις σελίδες του, χίλι ες λαλιές ανθρώπων, πουλιών, βουνών, φαντασμάτων, κοριτσιών. Κι όλα έχουν απ' ένα πρόσωπο, ξέ ρουν να κουβεντιάζουν μαζί σου, σου γίνονται οικεία, σε συντροφεύουν. Και με τη συντροφιά τους γί νεσαι παιδί σαν τον ήρωα που αφηγείται, τρέχεις κάτω απ' τα Κιμιντένια, το μυθικό βουνό του τόπου όπου ξετυλίγεται η ιστορία του βιβλίου, καβαλικεύεις άλογα, συναπαντάς κυνηγούς που φορούν μαντήλια κεντημένα με άστρα, ανταμώνεις κοντραμπατζήδες, μιλάς με τις νυφίτσες του δάσους, με τα νερά, με τ' ανθισμένα δέντρα. Η' έναν λόγο: γίνεσαι κι εσύ ένα με τη φύση που ανασαίνει τόσο πλούσια γύρω μας κι όμως το ξεχνούμε, που απλώνει τόσο καλοπροαίρετα την αρμονία της να δε θούμε μαζί της κι όμως την αποστρεφόμαστε. Ασφαλώς η "Αιολική Γη" ήταν το κλειδί της «φυγής απ' την απελπισμένη ατμόσφαιρα των ημερών του ζούσε η πατρίδα μας εκείνα τα κατοχικά χρόνια. Και πρόσφερε στα κατάφοβα μάτια των δυστυχι σμένων ανθρώπων το όραμα μιας ευτυχισμένης ζωής, που υπήρξε στ' αλήθεια κάποτε, όταν στη γη βα σίλευε ειρήνη, και που μπορούσε να υπάρξει ξανά, όταν θα' ρχόταν πάλι η ειρήνη στον κόσμο. Μερικοί μέμφθηκαν το βιβλίο αυτό και τον συγγραφέα του γιατί αποκοίμιζε, λέει, τις αντιστάσεις των καταδυ ναστευομένων απέναντι στην κυριαρχία του κακού, αφού τους γέμιζε ψευδαισθήσεις και νάρκη. Αλλά δε σκέφτηκαν ότι πίσω απ' τις πρόσκαιρες ψευδαισθήσεις, που είναι κι αυτές ανάγκη κάποτε, υπήρχε το πνεύμα της ελπίδας. Κι η ελπίδα ενδυναμώνει, σφυρηλατεί την επιμονή του ανθρώπου στους δύ σκολους αγώνες του, και τον οδηγεί σίγουρα σε νέους αγώνες. Άλλωστε, η συνειδησιακή, μαζί με τη συναισθηματική συγκρότηση του συγγραφέα δεν μπορούσε να δώσει διαφορετική κατεύθυνση στα γραφτά του. Η "Αιολική Γη" , του γνώρισε καταπληκτική επιτυχία σαν βιλίο, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλ λά και σ' όλον τον κόσμο, αφού μεταφράστηκε σε πλήθος ξένες γλώσσες, υπήρξε καθαρή έκφραση του εσωτερικού του κόσμου: της ψυχοσύνθεσης του, των αισθημάτων του," της ευγένειας του, και της φυσικής του καλοσύνης. Ένας κριτικός, γράφοντας για το βιβλία τούτο σε μιαν εφημερίδα της Ελβετίας, αναρωτιέται:"... Είναι άραγες η "Αιολική Γη" ένα παραμύθι; της Ανατολής, που το πλάθει μόνος του ο αφηγητής γελα σμένος απ' τη φαντασία και τη μνήμη του," Και' προσθέτει ο ίδιος: "Τι σημασία έχει; Φτάνει που είναι πραγματικά μεθυστικό." Δηλαδή κάτι που έχουμε τόση ανάγκη να το γευτούμε. Και πραγματικά: τι σημασία έχει αν οι θαυμάσιες αυτές σελίδες του Βενέζη είναι ή όχι παραμυθι κά ξεγελάσματα της φαντασίας; Το σημαντικά είναι ότι μας φέρνουν πιο κοντά στην αγνότητα και κο ντά στη φύση, που συναδελφώνει. Είναι θλιβερό ότι πήγαμε και κλειστήκαμε μέσα στις πολύβουες με γαλουπόλεις, όπου πήξαμε σε εχθρότητες, σε καχύποπτα βλέμματα, σ' εξαλλοσύνες, και σ' ευτέλειες. "Όλ' αυτά οδηγούν στην πιο φρικτή μοναξιά του α τόμου. Μα το άτομο το είπαμε ον κοινωνικό, που θα πει ότι είναι στη φύση του να συμβιεί με τον διπλανό του, με τους άλλους ανθρώπους, μ’ όλον το γύ ρω του κόσμο. Αν, παρόλη την επιφαινόμενη κοινότητα εκδηλώσεων, εξακολουθούμε στο βάθος να νιώθουμε μόνοι, τότε σε τι παραλλάζουμε απ' τ' αγρίμια που είναι ξαμολημένα στις ζούγκλες των ανε ξερεύνητων περιοχών, Άπ' τους πρώτους-πρώτους καιρούς που φάνηκε ο άνθρωπος πάνω στη γη, ένιωσε την ανάγκη ν' ξαπλωθεί, να εκταθεί, να καλύψει πιο μεγάλε εμβαδόν μέσα στο χώρο και μέσα στο χρόνο, για να’ χει πιο απτή την αίσθηση της επαφής με τα γύρο του. Απ' αυτήν την ανάγκη ξεπήδη σε η Τέχνη, που, ουσιαστικά, με την ανάπλαση της εσωτερικής ζωής του καλλιτέχνη και το δόσιμο της στους άλλους, είναι σάν να 'ρχεται μαζί τους σ' επαφή, τους δίνει το χέρι, και παύει να 'ναι μόνος μέσα στην απεραντωσύνη της γης. Ο Βενέζης επιτέλεσε με το παραπάνω αυτόν τον προορισμό. * Δεν είναι ανάγκη να σταθούμε Λεπτομερειακά και στο υπόλοιπο έργο του συγγραφέα. Και στο πλήθος τα μικρά ή μεγάλα διηγήματα του που δημοσιεύτηκαν στα βιβλία του: "Αιγαίο", "Ώρα πολέ μου", και στο θεατρικό του κομμάτι "Bloc C", και στα ταξιδιωτικά του "Αμερικανική Γη", και "Φθινό πωρο στην Ιταλία", και στ’ άλλα του μυθιστορήματα: την "Έξοδο" και τον "Ωκεανό", και στη λογοτεχνι κή ιστορία του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, και στα τελευταία του: τους "Αργοναύτες", το "Μικρασία χαίρε", και την "Εφταλού", παντού θα βρει κανείς όχι μονάχα το ίδιο θέλγητρο, αλλά και το ίδιο κίνητρο, την ίδια ψυχή. Όλα αναπνέουν μέσα στον ίδιον αέρα, διαπερνιούνται απ' το ίδιο πνεύμα, έχουν τον ίδιο τόνο, αυτόν της ζεστής ομιλίας του ανθρώπου προς τον άνθρωπο. Τα τελευταία τούτα χρόνια της σπαρακτικής μεταβολής του προσώπου του κόσμου, όπου η πυξίδα μας έχει χάσει τη μαγνητική της προσήλωση και δεν ξέρει προς τα πού να προσανατολιστεί, παρου σιάστηκαν και στην Τέχνη εκδηλώσεις και φαινόμενα με περίεργα χαρακτηριστικά. Καινούριοι τρόποι έκφρασης προσπάθησαν να δέσουν άλογα σχήματα με λογικά. Παράδοξες προθέσεις συμμάχησαν με αφηρημένες έννοιες κι ασύλληπτα νοήματα. Λένε: είναι η παράσταση της διάλυσης, το ρίγος της πραγματικότητας που μας διαφεύγει. Μπορεί. Αλλά γιατί τόση προσήλωση στο φωτογραφικό καθήκον της Τέχνης, όταν μάλιστα περιορίζεται να μας δίνει μονάχα το αρνητικό της όψης των αντικειμέ νων και των όντων; Αν επιτέλους, εποχή μας θέλει να καταρρέει, παραμένει αδιανόητο γιατί, θα πρέπει να επισπεύσουμε αυτήν την κατάρρευση. Μ’ αυτά τα δεδομένα δεν είναι ανεξήγητο γιατί ο Βενέζης στα τελευταία του έψαξε και. βρήκε το ερημητήριο της Εφταλούς, στη Λέσβο, όπου θέλησε να κατοικήσει. Ας μου επιτραπεί να καταθέσω εδώ μια προ-σωπική μου μαρτυρία γι' αυτόν τόν τόπο, και για τη σχέση του συγγραφέα μας μαζί του. Κάποτε που παραθέριζα εκεί, στα βορεινά του νησιού, σε μια περιοχή άγνωστη τότε στον πολύ κόσμο και γι' αυτό παρθένα, είδα να 'ρχεται απ' το βάθος του αγροτόδρομου ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, αν θρώπων, ξένων προφανώς, που το δίχως άλλο βγήκαν να περπατήσουν στην εξοχή αναζητώντας ομορ φιά και γαλήνη. Ήταν ώρα δειλινού και καθόμουν στο. πεζούλι του σπιτιού που με φιλοξενούσε, κοιτά ζοντας αχόρταστα τη θάλασσα. Οι ξένοι πλησίασαν. Καλησπεριστήκαμε καλόκαρδα, αδιάφορο αν οι γλώσσες μας παράλλαζαν. Τους κάλεσα να σταθούν να πιουν ένα νερό, να ξεδιψάσουν. Κάθισαν μετά χαράς. Και φυσικά πιάσαμε κουβέντα. Είπαν πως ήταν Γερμανοί, αντρόγυνο, εκείνος παπάς, εκείνη δασκάλα. Στην Ελλάδα έρχονταν για τρίτη φορά. Την πρώτη έκαναν το γύρο της. Τη δεύτερη πήγαν για ένα μήνα στη Ρόδο. Τώρα ήρθαν στη Λέσβο. Η χώρα μας, λέει, είναι πολύ: όμορφη. Μα πιο όμορφο απ' όλα είναι τούτο το νησί. Κι απ' όλο το νησί, τούτος ο τόπος. "Μόνο ότι δεν μπορώ να βρω πού χρω στά αυτήν την ομορφιά...", πρόσθεσε εκείνος με βαθιά φωνή, ρίχνοντας γύρω μιαν εξεταστική ματιά. Σηκώθηκα και τον πήρα απ' το χέρι. Περπατήσαμε πάνω στα λιτρίδια, στ' ακροθαλάσσι. Τρία μι κρά παιδιά έπαιζαν ξυπόλητα με τα ήσυχα νερά, τσαλαβουτώντας και φωνάζοντας. Πιο πέρα απα ντηθήκαμε μ' έναν γέρο ξωμάχο, που ερχόταν από αντίθετα, καβάλα στο γαϊδουράκο του. Έβγαλε το κασκέτο του, μας χαιρέτησε μακρόσυρτα και καλοκάγαθα. Του απαντήσαμε με τον ίδιο τρόπο. Προ σπεράσαμε. Βγήκαμε σ' ένα μικρό ψήλωμα. Σταθήκαμε. Έστρεψα τον ξένο προς τα κει που βασίλευε ο ήλιος. Κουρασμένος ο μεγάλος άρχοντας του σύμπαντος έγερνε προ τη δύση του, ενώ γύρω του ο ου ρανός και το πέλαγος βάφονταν με χίλια χρώματα. Κοιτάξαμε τα νερά. Γαλαζορόδινα, ήσυχα, σαν υπά κουοι υποτακτικοί είχαν στρέψει, το πρόσωπο προς τα χρώματα, παρακολουθώντας την ιερή τελετή της μέρας που έφευγε. Γύρισα τον ξένο προς το γυμνό βουνό που υψωνόταν πίσω μας, ακραγγίζοντας τον ουρανό. Είχε κι αυτό θαρρείς στρέψει σιωπηλά τις μετώπες του κατά το μεγάλο βασιλιά, να τον παρασταθεί στην τελευταία του ώρα. Έπειτα τον πρότρεψα να δει το γέρο ξωμάχο, που είχε βγάλει το καπέλο του, κατέβηκε απ' το γαϊδουράκο του, σταύρωσε τα χέρια και κοίταζε τον ήλιο το ίδιο όπως και τα παιδιά της ακρογιαλιάς, που παράτησαν το παιχνίδι τους, παράτησαν και τις φωνές, κάθισαν φρόνι μα το 'να δίπλα στ’ άλλο, μην τυχόν και ταράξουν την ιερότητα της στιγμής, και κάρφωσαν τα βλέμ ματα στη δύση. Ασυναίσθητα ο άνθρωπος σήκωσε το χέρι του κι έκανε το σταυρό του. Η προσκυνητική ατμό σφαιρα του περίγυρου του είχε επιβληθεί. Η ομορφιά που ανώνυμα κι ακροπάτητα περπατούσε πάνω στο γαλήνιο πέλαγος, πάνω στο βραδιασμένο γυμνό βουνό, πάνω στα λιτρίδια της ακρογιαλιάς, δίπλα στα παιδιά της εξοχής, κι ένωνε σε μια σιωπηλή συμφωνία πρόσωπα και πράματα, φαίνεται του άγγιξε με τη μαγεία της την ψυχή. Το πνεύμα του τόπου έμπαινε ανεμπόδιστα μέσα του και τον κατακτού σε. Αυτός ο τόπος ήταν η Εφταλού -η Εφταλού του Εφταλιώτη παλιά, του Βενέζη τώρα. Πρέπει να ειπωθεί ευθύς εξ αρχής ότι η περιοχή δεν έχει, ή μάλλον δεν είχε προηγούμενα καμιά σχέ ση με το συγγραφέα της Αιολίδας. Μήτε γεννέθλια γη του είναι, μήτε τόπος όπου να έζησε πολλά χρό νια και να ζυμώθηκε με τα χώματα του. Ακόμα κι η μορφολογική φυσιογνωμία του ασφαλώς δε θα μπορεί να παρομοιαστεί με τον μυθικό ε κείνο αιολικό χώρο του παππού του Γιαννακού-Μπιμπέλα, κάτω απ' τα Κιμιντένια, όπου ο συγγραφέας περνούσε τα καλοκαίρια του, όπως μας τα περιγράφει στην "Αιολική Γη". Εκεί υπήρχαν δάση και νερά, υπήρχαν λύκοι κι άγρια θηρία, παραμύθια απίστευτα μιας μαγικής παιδικής ζωής, ειρηνικά παλικάρια των βουνών, κι επαναστατημένοι κοντραμπατζήδες απ’ το Αιγαίο, που γέμιζαν μυστήριο, φόβο και λα χτάρα τον παρθένο κόσμο του παιδιού. Εδώ, στην Εφταλού, δεν υπήρχε τίποτ' άλλο έξω από λίγους ήμερους έλιωνες, μετρημένα περιβόλια, ένα γυμνό βουνό, μια φτωχική θαλασσινή αγκαλιά. Κι ούτε να πεις πως η γωνιά της πρόσφερε τουλάχιστον μια θέα προς τη μυθική πατρίδα, απ’ όπου έφυγε πρό σφυγας ο Βενέζης με την οικογένεια του πριν πάρα πολλά χρόνια. Ο γεωγραφικός προσανατολισμός της είναι βορεινός, προς το ακρωτήρι του Μπαμπά, την ακρινή δυτική απόληξη της οροσειράς του Καζ Νταγ. Από δω, βέβαια, αρχίζει ο ειδυλλιακός Άδραμυτινός κόλπος που φέρνει ως τις Κυδωνίες, το χώ ρο των παιδικών χρόνων. Μα τίποτε περισσότερο. Τι ήταν λοιπόν εκείνο που τράβηξε τον Ηλία Βενέζη στα χώματα της ειρηνικής Εφταλούς; Η απάντηση δεν αφορά τόσο την Εφταλού την, ίδια, όσο το συγγραφέα για τον οποίο γράφονται , τούτες οι γραμμές. Και ξεκινά απ’ τις εσωτερικές; κυρίως διαστάσεις του κόσμου του, έτσι όπως χαρα κτηριστικά μας τις δίνει το έργο του. Ας μην ξεχνούμε ότι ο Βενέζης στάθηκε απ' την αρχή ένα ειδος πι στού πρακτικογραφου των αντιδράσεων μιας τρυφερής κι ευαίσθητης ψυχής απέναντι στα γεγονότα της γύρω του πραγματικότητας, είτε αυτά τα γεγονότα αφορούσαν μεμονωμένες περιπτώσεις του κα θημερινού βίου (διηγήματα), είτε αποτελούσαν συγκλονιστικά περιστατικά της ζωής μεγάλων ανθρώ πινων ομάδων, ικανά να σημαδεύουν τη μοίρα τους και τον πολιτισμό τους (μυθιστορήματα). Και πρέ πει να τονιστεί ότι οι αντιδράσεις αυτές κινήθηκαν πάντα μέσα σ' ένα κλίμα πραότητας κι ευγένειας, ήρεμης εγκαρτέρησης και ταπεινότητας. Επομένως, αν ο συγγραφέας μας υπήρξε σ' όλη του τη ζωή ένας άνθρωπος πράος, ήρεμος, καλοσυνάτος, απλός, κι ονειροπόλος, πού αλλού θα μπορούσε να βρει καλύτερο φυσικό περιβάλλον να φυτέψει τις ξεχωματιασμένες ρίζες του απ’ την Εφταλού, αυτόν το σπάνιο τόπο της περισυλλογής και της καρτερίας; Θυμάμαι με τι χαρά αγόρασε ένα κομμάτι γης εκεί, γύρω στα 1963, και με τι μεράκι έπιασε να το ξεχερσώνει, να το περιποιείται, να το περιτριγυρίζει, να το φροντίζει. Φύτεψε ελιές (κάτι ανάλογο με τα τριαντάφυλλα του γιατρού Βένη της "Γαλήνης"). "Εμενε στην Αθήνα τότε ακόμα κι έστερνε και τις πότι ζαν. Πότε-πότε πετιόταν κι ο ίδιος από κει να τις δει και να παρακολουθήσει την ανάπτυξη τους. Ύστερα αποφάσισε να χτίσει. θα πρέπει να 'ταν το 1965. Πόση λαχτάρα! Και τι όνειρα! Τον βρήκα τότε, Αύγου στο μήνα, αν θυμάμαι καλά, καθισμένον σε μια μεγάλη πέτρα, πάνω στο λόφο όπου θα σήκωνε τους τοίχους του σπιτιού. Ήταν βραδινή ώρα. Η θάλασσα από κάτω μας πορευόταν ήρεμα προς τα δυτικά, κατά κει που έγερνε να βασιλέψει ο γερο-ήλιος. Ο Αδραμυτινός κόλπος έχανε το συγκεκριμένο σχήμα του, γινόταν μια μεγάλη γαλάζια αγκαλιά, που την αυλάκωναν ρόδινες ανταύγειες απ' τις φωτιές της δύσης. Ο χώρος του παραμυθιού γέμιζε φαντασία και καλοσύνη. Άραγε να 'φερνε από βαθιά, απ' το μυχό, και μνήμες απ' τη χαμένη πατρίδα, την αιολίδα; Στο βουβό αυτό ερωτηματικό ήρθε ν' απαντήσει αργά η φωνή του ίδιου του Βενέζη: "Το να χάνεις την πατρίδα σου ξαφνικά κι αναίτια είναι μεγάλος καημός που δεν περνά εύκο- λα. Τότε πρέπει να βρίσκεις κάπου ν' ακουμπάς, σε μια πέτρα, σ' ένα δέντρο δικό σου, σε κάτι που να σε ξαναδένει με τη γη, τη μεγάλη μάνα. Αυτό θέλω να επιχειρήσω εδώ, για να ζήσω ήσυχα τα υπόλοιπα χρόνια μου, και να γράψω με καθαρή συνείδηση τα υπόλοιπα βιβλία μου. Η ζωή της ταραγμένης εποχής μας μπορεί να ξεφυσά την καυτή κι αλλοπρόσαλλη ανάσα της στις λεωφόρους των μεγάλων πολιτειών, εκεί όπου δίνε-ται ο άνισος αγώνας της επιβίωσης του καθημερινού ανώνυμου ανθρώπου. Μα εδώ έχεις τη δυνατότητα να κοσκινίζεις τα πράγμα τα, να σκέφτεσαι, να καθαρίζεις την ήρα απ' το στάρι, να βλέπεις τι κατασταλάζει απ' όλα τε λικά, σαν ουσία, σαν αξία." Τον αντάμωσα κι άλλες φορές εκεί, στον ίδιο λόφο. Καθόμασταν και τα λέγαμε. Μετρούσαμε αυ τήν την ουσία κι αυτήν την αξία των πραγμάτων, των γεγονότων, των πράξεων της ζωής. Το σπίτι στο μεταξύ προχώρησε, τέλειωσε. Νομίζω πως αυτό ήταν το 1969. 'Ενα σπίτι που φρόντισε ο ίδιος να μην παράφωνεί εξωτερικά προς το τοπίο, αλλά να δένεται αρμο νικά σαν χρώμα και σαν δομή με το γύρω χώρο. Γι' άυτό κι οι πελεκητές του πέτρες δεν ανέβηκαν παρά όσο και τα χαμηλά δέντρα της περιοχής. Εσωτερικά, ωστόσο, ήταν χάρμα αρχοντιάς κι απλότητας. Εκείνον τον καιρό ο Βενέζης είχε γίνει και παππούς πρώτη φορά, κι η πολλαπλή χαρά του άστραφτε στα μάτια του, τον έκανε παιδί, που, ριζωμένο στη γη και στη φύση του, απολάμβανε το θεμέλιώμα και τη συνέχεια του μέσα στον κόσμο. Από τότε κι ύστερα δεν τον ξανάκουσα να μιλά για τη χαμένη πατρίδα του. Την ξέχασε; Δε θα μπορούσε να το πει κανείς. Ο άνθρωπος δεν ξεχνά ποτέ. Πα φαίνεται, ότι την αντί κατέστησε, λυτός ο ξεριζωμένος κι απαρηγόρητος βρήκε τον τρόπο και ξαναρίζώσε, βρήκε την πέτρα και το δέντρο το δικό του κι ακούμπησε, βρήκε το χώρο που του ταίριαζε κι έστησε κάτω απ’ τον ίσκιο του την αυτοτέλεια του. Εκεί, σ' αυτήν την Εφταλού ο Βενέζης ολοκλήρωσε το έργο του, με το οποίο μας βοήθησε ν’ ανα καλύψουμε το μέτρο της ανθρώπινης ιδιότητας μας. Εκεί κοντά τον έθαψαν όταν πέθανε, (3 Αυγού στου 1973), ύστερα από μαρτυρική αρρώστια. Πάνω στην πλάκα που τον σκέπασε έγραψαν τη λέξη Γα λήνη. Κι ασφαλώς εκεί, σ' αυτόν τον τόπο της ήμερης ομορφιάς θα βρήκε ο συγγραφέας την ηρεμία που αναζητούσε.
-------------------------------------------------------------------------------------
Ο Ηλίας Βενέζης (ψευδώνυμο τον Ηλία Μέλλου, που όμως στην
πραγματικότητα αυτό ήταν το παρα τσούκλι του πάππου του, ενώ το
αληθινό όνομα του προπάππου του ήταν Βενέζης) γεννήθηκε το 1904
στο Αϊβαλή της Μικρασίας, απ' όπου ξεριζώθηκε και κατέφυγε σαν
πρόσφυγας από παιδί στη Μυτιλή νη. Εκεί έμεινε πολλά χρονια,
αποτελώντας έτσι ένα απ' τα ζωντανά στοιχεία της Λεσβιακής
Άνοιξης.Αργότερα μετατέθηκε στην Αθήνα σαν τραπεζικός υπάλληλος, πρώτα της Εθνικής, κι έπειτα της Τρά πεζας Ελλάδος. Έργα του: "Μανώλης Λέκας", διηγήματα, 1928.-"Νούμερο 31.327" μυθιστόρημα, 1931.-"Γαλήνη", μυθι στόρημα, 1939.- "Αιγαίο', διηγήματα, 1941,-"Αιολική Γη" μυθιστόρημα, 1943.-" 'Ανεμοι, διηγήματα, 1944.- "Ώρα πολέμου", διηγήματα, 1946.- "Φθινόπωρο στην Ιταλία" ταξιδιωτικό, 1950.-"Έξοδος", χρο νικό της κατοχής, 1950.-"Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός", ιστορία, 1952.-"Οι νικημένοι ". διηγήματα, 1954. - "Χρονικό της Τραπέζης Ελλάδος", ιστορία, 1955.- "Αμερικανική Γη", ταξιδιωτικό, 1955.- "Ωκεανός", μυθιστόρημα, 1956. -"Αργοναύτες", ταξιδιωτικό, 1962. -Έμμανουήλ Τσουδερός". ιστορία, 1965.- "Αρχιπέλαγος". διηγήματα, 1969.- "Εφταλού", ιστορίες του Αιγαίαυ. 1972.-"Περιηγήσεις", ταξιδιωτικά 1973.- "Στις ελληνικές θάλασσες" μυθιστορία του Ιονίου και του Αιγαίου, 1973.- "Μικρασία χαίρε", διήγηση συμβάντων, 1974, (μεταθανάτια έκδοση). Απ' τα παραπάνω έργα του Βενέζη πολλά μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες και γνώρισαν επιτυχία. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία. Το 1957 ο συγγραφέας εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, Πέθανε το 1973 στην Αθήνα και ταφι κέ στη Λέσβο, στο νεκροταφείο του Μολύβου, κοντά στην Εφταλού. |
Μόλυβος η Μήθυμνα |
| Close |